Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

Τα Τέσσερα Στοιχεία στην Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία

Σύμφωνα με την οντολογική θεωρία των τεσσάρων στοιχείων όλος ο κόσμος δομείται θεμελιακά από τέσσερα βασικά στοιχεία. Από αυτά, τις αλληλεπιδράσεις και τις αναμείξεις τους οικοδομούνται όλα τα υλικά και άϋλα, ορατά και αόρατα αντικείμενα του Σύμπαντος. Τα τέσσερα στοιχεία έχουν τα εξής ονόματα:
  • η Φωτιά
  • ο Αέρας
  • το Νερό
  • η Γη
Οι όροι παραπέμπουν στις αντίστοιχες φυσικές έννοιες της φωτιάς, των αερίων, του νερού και του εδάφους, λόγω παρεμφερών ιδιοτήτων, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για υποτιθέμενα οντολογικά θεμέλια συστατικά της φύσης και όχι για τις γνωστές έννοιες της καθημερινότητας.


Η μεταφυσική θεωρία των τεσσάρων στοιχείων βρίσκεται στον πυρήνα της ελληνικής φιλοσοφίας και οι περισσότεροι φιλόσοφοι ασχολούνταν με αυτά. Ωστόσο δεν συμφωνούσαν μεταξύ τους για το αν και ποιο στοιχείο είναι το βασικότερο και πλέον πρωταρχικό στη δημιουργία του κόσμου. Ο Θαλής ο Μιλήσιος (624-546 π.Χ.) υποστήριζε την άποψη, ότι τα υλικά σώματα αποτελούνται από το βασικό υλικό που είναι το νερό. Ο Αναξιμένης (585-525 π.Χ.) αντίθετα υποστήριζε ότι το βασικό υλικό είναι ο αέρας, και ότι τα άλλα δύο στοιχεία, το νερό και η γη αποτελούνται από συμπυκνωμένο αέρα. Ο Ηράκλειτος από την πλευρά του υποστήριζε ότι η φωτιά είναι το βασικό στοιχείο. Ο Πυθαγόρας δίδασκε ότι τα τέσσαρα στοιχεία αποτελούν μία Τετρακτύ αντιστοιχίζοντας την φωτιά προς τη μονάδα, τον αέρα προς τη δυάδα, το νερό προς την τριάδα και τη γη προς την τετράδα, όπως μας αναφέρει ο Ιάμβλιχος.Ο Εμπεδοκλής θεωρούσε ότι και τα τέσσερα στοιχεία είναι βασικά, και ότι το κάθε στοιχείο έχει βασικές ιδιότητες, έτσι ώστε από την σύνθεση των τεσσάρων αυτών στοιχείων να σχηματίζονται όλα τα υπόλοιπα υλικά.

Αργότερα, ο Πλάτωνας (περ. 428-347 π.Χ.) πρόσθεσε τον Αιθέρα και όρισε για κάθε στοιχείο ένα γεωμετρικό στερεό θέσεις που στην ουσία διδάσκονταν από τους Πυθαγόρειους :
Ο Θέων ο Σμυρναίος μάλιστα αναφέρει τα τέσσερα στοιχεία να αποτελούν την τέταρτη κατά σειρά τετρακτύν στο σύνολο των ένδεκα τετρακτύων που όπως υποστήριζε υπάρχουν στον κόσμο.Ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.) καθόρισε τις ιδιότητες των τεσσάρων στοιχείων (κρύο/ζέστη, ξηρό/υγρό) και έδωσε στον αιθέρα την υπόσταση του «πνεύματος» των υπόλοιπων τεσσάρων στοιχείων:
 
   Ζεστό
   Κρύο  
Ξηρό
    φωτιά
γη
Υγρό
    αέρας
  νερό

Οι στωικοί εξέλιξαν την θεωρία αυτή περισσότερο και υποστήριξαν ότι το «πνεύμα» είναι μείγμα της φωτιάς και του αέρα. Γιαυτό και τα δύο αυτά στοιχεία θεωρήθηκαν «πνευματικά» ή «ενεργά», ενώ τα υπόλοιπα δύο στοιχεία, η γη και το νερό θεωρήθηκαν «αδρανή». Από κει και ύστερα η θεωρία διαδόθηκε και έγινε αποδεκτή, παραμένοντας όπως ήταν και επικράτησε για πολλούς αιώνες, μέχρι τον μεσαίωνα. Και σήμερα όμως συνεχίζει να είναι έδαφος μελέτης της φιλοσοφίας τουλάχιστον για εκείνους που ασχολούνται με την Ελληνική φιλοσοφία, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, των Πυθαγορείων, αλλά και τον εσωτερισμό, τον αποκρυφισμό κ.α.


Με τις εκστρατείες του Μεγαλέξανδρου τα ελληνικά γράμματα εξαπλώθηκαν. Ο Πτολεμαίος, διάδοχος του Αλέξανδρου στην Αλεξάνδρεια, έκτισε έναν ναό γραμμάτων για τις μούσες, το «Μουσείο», ένα ίδρυμα που σήμερα θα το λέγανε Πανεπιστήμιο. Το Μουσείο αυτό, στο οποίο υπήρχε η περίφημη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, έγινε φημισμένο κέντρο μόρφωσης και γραμμάτων. Στον τόπο αυτό συνδυάστηκε η ελληνική φιλοσοφία με τις αιγυπτιακές γνώσεις περί της εφαρμογής της χημείας. Στην αρχαία Αίγυπτο η εφαρμογή της χημείας είχε καθαρά θρησκευτικό υπόβαθρο (π.χ. ταρίχευση των φαραώ), πράγμα που επηρέασε την ροή της θεωρίας των τεσσάρων στοιχείων. Αφενός η θεωρία αυτή πήρε ένα είδος θεολογικού χαρακτήρα, αφετέρου η θεωρία έγινε «εσωτερική», δηλαδή «μυστική» και άρχισε να γίνεται επίτηδες ακατανόητη για τους μη μυημένους.

Όταν οι Άραβες το 641 μ.Χ. κατέλαβαν την Αίγυπτο, θεσπίστηκαν την θεωρία των τεσσάρων στοιχείων και άρχισαν να την μελετούν με ενδιαφέρον. Τον τομέα αυτόν τον ονόμασαν «Αλ-Κιμία», δηλαδή «χημεία». Όταν οι Ευρωπαίοι με τις σταυροφορίες του 12ου και 13ου αιώνα ήρθαν σε επαφή με τους Άραβες, η αλχημεία μεταδόθηκε και στην Ευρώπη, όπου οι λεγόμενοι αλχημιστές την μελέτησαν και την επεξεργάστηκαν με ενδιαφέρον. Ο Παράκελσος τον 16ο αι. εξέφρασε την πεποίθηση, ότι τα τέσσερα στοιχεία έχουν σχέση με τα στοιχειακά, που τα διαχώρισε σε στοιχειακά της γης, του νερού, του αέρα και της φωτιάς. Επίσης η θεωρία των τεσσάρων στοιχείων θεσπίστηκε και από τους αστρολόγους, οι οποίοι κατέταξαν τα ζώδια σύμφωνα με τα τέσσερα στοιχεία. Συνολικά έχουμε λοιπόν τις εξής σχέσεις μεταξύ των τεσσάρων στοιχείων και των διαφόρων επιστημών:
Στοιχείο
Γεωμετρικό σώμα
(Πλάτων)
Ιδιότητα
(Αριστοτέλης)
Ζώδιο
(Αστρολογία)

Κατεύθυνση

Αλχημιστικό σύμβολο
φωτιά
τετράεδρο
ζεστό + ξηρό
Κριός, Λέων, Τοξότης

Νότος

Element Feuer.png
αέρας
οκτάεδρο
ζεστό + υγρό
Δίδυμοι, Ζυγός, Υδροχόος

Ανατολή


Element Luft.png
νερό
εικοσάεδρο
κρύο + υγρό
Καρκίνος, Σκορπιός, Ιχθείς

Δύση

Element Wasser.png
γη
εξάεδρο
κρύο + ξηρό
Ταύρος, Παρθένος, Αιγόκερως

Βορράς

Element Erde.png

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

Αμβροσία Η τροφή των Θεών στην Ελληνική μυθολογία

Oι Έλληνες δίνοντας στους θεούς τους ανθρώπινα χαρακτηριστικά, συμπεριέλαβαν τις ιδιότητες, τα προτερήματα και τις αδυναμίες των ανθρώπων. Κι έτσι θεώρησαν φυσικό να έχουν και την ανάγκη της τροφής.H τροφή των Θεων απαγορεύονταν στους κοινούς θνητούς.

Η ΑΜΒΡΟΣΙΑ ΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

Η αμβροσία ήταν η τροφή των Θεών, όπως το νέκταρ υπήρξε το ποτό αυτών. Πριν βρεθεί η αμβροσία, οι Θεοί οσφραίνονταν μόνον την κνίσα των θυμάτων. Αρχικά, η τροφή αυτή εμφανίστηκε κατά την γέννηση του Διός, ρέουσα από το κέρας της Αμάλθειας. Κατά το έπος της Οδύσσειας, οι Πελείες έφεραν την αμβροσία στον πατέρα Δία˙μέσα στις Πλαγκτές όπου μία από αυτές πάντοτε χάνεται, αλλά ο Ζευς πλάθει άλλη προς αντικατάσταση αυτής:

«Και ουδέ πουλί ταίς προσπερνά, αλλ’ ουδέ η περιστέραις
οπού του Δία του πατρός την αμβροσία φέρων˙
ως και απ’ αυταίς κάθε φοράν η γλυστρή πέτρ’ αρπάζει˙
αλλά να κλεισ’ ο αριθμός στέλνει ο πατέρας άλλην»
(Οδυσ. Μ, 62 –65).

Κατά την ποιήτρια Μυρώ την Βυζαντία, ''την αμβροσία κόμισαν στον Δία, όταν ήταν παιδί στην Κρήτη, οι Πελειάδες, το δε νέκταρ αετοί και ο Ζευς, νικώντας τον πατέρα του, τον αετό εποίησε αθάνατο και τον πήρε στον ουρανό, εκείνους κατέστησε προπομπούς του θέρους και του χειμώνος.'' Κατα εναν άλλο μύθο, μνημονευόμενο από τον Πρόκλο, η Δήμητρα παρασκεύαζε την αμβροσία και το νέκταρ για τους αθανάτους.

Αρχικά η αμβροσία δήλωνε την αθανασία και την μεταχειρίζονταν αντ’ αυτής. Πίστευαν ότι όπως ο άνθρωπος ζει από την τροφή, έτσι και οι Θεοί διατηρούνταν αθάνατοι μέσω της αμβροσίας.Εν τούτοις, μέσω της αμβροσία και οι κοινοί θνητοί κατέστησαν αθάνατοι. Με αυτό τον τρόπο, η Αφροδίτη κατέστησε δια της αμβροσίας αθάνατη τη Βερενίκη:

«Ω Διωναία Κύπρι, συ μεν αθάνατον από θνητής,
κατ’ ανθρωπίνην παροιμίαν, εποίησας την Βερενίκην,
αποστάξασα αμβροσίαν εις τους κόλπους αυτής».
(Θεοκρ. XV, 106-108)

Επίσης, η Αθηνά, κατ’ εντολή του Διός, ρίχνει στο στήθος του Αχιλλέα το νέκταρ και την ευχάριστη αμβροσία για να τον απαλλάξει από την πείνα:

«... και τροφήν να πάρη αυτός (ο Αχιλλεύς) δεν θέλει
αλλά κατέβα την γλυκειά να στάξης αμβροσίαν
και νέκταρ μέσ’ τα στήθη του, να μην τον πνιξ’ η πείνα».
(Ιλ. Τ, 345-347)

Κι εδώ η αμβροσία συγχέεται με το νέκταρ υπό την υγρή μορφή.

Ο Πλάτων, στην αλληγορία των ενώσεων των ψυχών, προσθέτει το νέκταρ ως ποτό, μετά την αμβροσία: «ελθούσης δε αυτής ο ηνίοχος προς την φάτνην τους ίππους στήσας παρέβαλεν αμβροσίαν τε και επ’ αυτή νέκταρ επότισε».

Σπανίως η αμβροσία συναντάται ξεχωριστά από το νέκταρ, σε πολλές περιπτώσεις μεταξύ των δύο τούτων λέξεων σημειώνεται μόνο η διαφορά του κατ’ ιδίαν γενικού όρου. Στην Οδύσσεια πάντα μόνο η αμβροσία διακρίνεται ευκρινώς από το νέκταρ, στο γεύμα το οποίο η Καλυψώ παραθέτει στον Ερμή:

«Είπε η θεά, και τράπεζαν γεμάτην αμβροσίαν του θέτει,
και άμα κόκκινο νέκταρ του συγκερνάει
κ’ έτρωγ’ εκείνος κ’ έπινεν, ο μέγας αγροφόνος».
(Οδ. Ε, 92-94).

Παρακάτω, οι υπηρέτες της θεάς προσφέρουν στον φιλοξενούμενο Οδυσσέα την αμβροσία και το νέκταρ, αυτή την φορά ενωμένα:

«και αγνάντια κείνη εκάθισε εις τον θείον Οδυσσέα,
και νέκταρ της παράθεσαν η δούλαις και αμβροσία».
(Οδ. Ε, 198-199).

Και ο Ησίοδος λέει ότι οι θεοί τρώνε και το νέκταρ και την αμβροσία:

«Μα σαν εδώσανε σ’ αυτούς όσα χρειάζονταν όλα,
και νέκταρ και αμβροσία, αυτά που τρώνε μόνον οι θεοί,
τότε στα στήθη τράνεψεν η ρωμαλέα ψυχή τους».

Αυτός, ο ευσεβής ποιητής προσθέτει, ότι οι επί ψευδορκία ένοχοι θεοί δεν είναι πλέον δυνατόν να τραφούν με νέκταρ και αμβροσία:

«Όποιος λοιπόν χύνει νερό απ’ αυτό για να ορκιστή με ψέμα
από τους αθανάτους, πόχουν την κορυφή του χιονισμένου Ολύμπου,
ακέριο χρόνο κοίτεται χωρίς πνοή˙
δεν φέρνει μήτε μια φορά την αμβροσία στα χείλη του ή το νέκταρ,
για να τραφή, αλλά κοίτεται χωρίς αναπνοή, δίχως φωνή
σε μια στρωμασιά˙ μια φοβερή παράλυση τα μέλη του σκεπάζει».
(Ησ. Θεογ. 793-798).

Στον Πίνδαρο, ο Τάνταλος υπέκλεψε από τους ανθρώπους το νέκταρ και την αμβροσία, τα οποία τον είχαν καταστήσει αθάνατο:

«έχει δ’ απάλαμον βίον τούτον εμπεδόμοχθον (ο Τάνταλος),
μετά τριών τέταρτον πόνον, αθανάτων ότι κλέψαις
αλίκεσσι συμπόταις
νέκταρ αμβροσίαν τε
δώκεν, οίσιν άφθιτον».
(Πίνδ. ΙΙ. Ι, 61-65)

Οι Ώρες και η Γαία ενστάλαξαν σταγόνα προς σταγόνα πάνω στα χείλη του Αρισταίου το νέκταρ και την αμβροσία και του έδωσαν την αθανασία:

«εύθρονοις Ώραισι και Γαία
ανελών φίλας υπό ματέροις οίσει.
ται δ’ επιγουνίδιον κατθηκάμεναι βρέφος αυταίς,
νέκταρ εν χείλεσσι και αμβροσίαν στάξοισι, θήσονταί τε νιν αθάνατον
τοις δ’ Αρισταίον καλείν».
(Πίνδ. ΙΙ, ΙΧ, 60-65).

Η αμβροσία χρησιμοποιούνταν αντί αλοιφής, καθώς και ως καλλυντικό και αντισηπτικό μέσο. Οι Θεές αλείφονταν με αμβροσία για να διατηρούν αμάραντα τα κάλλη τους, οι δε θνητές γυναίκες χάρη στη χρήση της αμβροσίας φαίνονταν ωραιότερες. Επίσης οι πληγές με την αμβροσία επουλώνονταν ταχέως, οι δε νεκροί που αλείφονταν με αυτή καθίστατο άσηπτοι.

Η Ήρα με αμβροσία καθαρίζει το δέρμα της:
«Και πρώτα όλο το σώμα της το χαριτοπλασμένο
με αμβροσίαν εύμορφα καθάρισε και αλείφθη
λάδι άφθαρτο γλυκότατο με μύρα ευωδιασμένο».
(Ιλ. Ξ, 170-172).

Επίσης, η Αθηνά, με αμβρόσιον κάλλος καθαρίζει την Πηνελόπη:

«κ’ αμβρόσιο χρίσμα ελάμπρυνε τ’ ωραίο πρόσωπό της,
μ’ αυτό που η καλοστέφανη αλείφεται Αφροδίτη».
(Οδυσ. Σ., 192-193).


Καθώς αναφέρει ο Βιργίλιος (Aen. 12, 149), η αμβροσία χρησιμοποιείται από τους θεούς ως αλοιφή για την θεραπεία των πληγών.

Το σώμα του Σαρπηδόνα αλείφεται με αμβροσία για να προφυλαχθεί από την σήψη.

«...... και αφού τον χρίσης με αμβροσία, άφθαρτα ενδύματα ένδυσέ τον».
(Ιλ. Π. 670).

Επίσης εμφανίζεται και ως τρόπος ταριχεύσεως. Στην Ιλιάδα αναφέρεται πως η Θέτις ενστάλαξε νέκταρ και αμβροσία από τη μύτη, στο πτώμα του Πατρόκλου ως αντισηπτικά:

«και στα ρουθούνια του νεκρού ρόδινο στάζει νέκταρ
και αμβροσία άφθαρτον το σώμα να κρατήσηι».
(Ιλ. Τ, 38-39).

Πολλές φορές εξαίρεται και η εξαιρετική ευωδιά της αμβροσίας. Η Ειδοθέα θέτει μπροστά στη μύτη του Μενελάου την αμβροσία για την απομάκρυνση της κακής οσμής της φώκιας:

«............................... μας έπνιγε η βαρειά
των θαλασσόθρεπτων φωκών οσμή φαρμακωμένη˙
και ποιός βαστά να κοιμηθή με τέρας του πελάγου,
αλλά μας έσωσε αυτή με ανάσασι μεγάλη˙
εις τα ρουθούνια καθενός μας έθεσε αμβροσία
μυρόβολη, και την οσμήν αφάνισε του κύτους».
(Οδ. Δ, 441-446).


Από κάποιους συγγραφείς γίνεται λόγος για την πηγή της αμβροσίας μέσα στον κήπο των Εσπερίδων (Σαπ. Απ. 51. – Ευρ. Ιππ. 748). Προφανώς εννοείται εκεί μέσα ο αυτός ο τόπος όπου κατά την Οδύσσεια οι Πελείες φέρνουν την αμβροσία στον Δία, υποχρεούμενες να διέλθουν πετώντας μέσα από τις Πλαγκτές:

«Το να έχη πέτραις κρεμασταίς, και προς αυταίς βροντάει,
μέγα το κύμα της γλαυκής ‘στην όψιν Αμφιτρίτης˙
κείναις πλαγκταίς οι μάκαρες θεοί ταις ονομάζουν.
και ουδέν πουλί ταις προσπερνά, αλλ’ ουδ’ η περιστέραις,
όπου του Δία του Πατρός την αμβροσία φέρουν».
(Οδ. Μ, 59-63).


Τα νεογέννητα τέκνα των Θεών έπρεπε με νέκταρ και αμβροσία να τραφούν. Ακόμη και τα άλογα των Θεών με αμβροσία, ως ποώδους τροφής, τρέφονταν, αυτό δηλώνει ότι και αυτά συμμετείχαν στην αθανασία.

«τ’ άλογ’ αυτού σταμάτησεν η Ήρα η λευκοχέρα˙
τα ξόδεψε και ολόγυρα ,με καταχνιά τα ζώνει,
και αμβρόσιο φύλλο εβλάστησε να βόσκουν ο Σιμόεις».(27 - 28)
(Ιλ. Ε, 775-777).

Πολλοί συνέδεσαν το πολυσήμαντο της λέξεως αμβροσία με την ποικίλη χρήση του μελιού. Πράγματι δε, φαίνεται ότι το μέλι κρύβεται υπό την έννοια της αμβροσίας
(Ύμνος στον Ερμή 562: «θεών ηδεία εδωδή». – Απόλ. Ροδ. 4, 1131).

Για τον Δία, ως παιδί, υπάρχουν ως εκ τούτου δύο παραδόσεις˙ κατά την μεν έθρεψαν αυτόν οι Πελείες με αμβροσία και νέκταρ, κατά την άλλη δε μέλισσες μέσω του μελιού. Κατά τον γερμανό μυθολόγο Roscher, η αμβροσία ήταν μυθική παράσταση του μελιού, το οποίο έπεφτε από τον ουρανό πάνω στα φυτά ως δροσιά (αερόμελι, δροσόμελι) και συνεπώς θεωρούνταν ως τροφή ουρανία ή θεία. Τρωγόταν είτε ως φυσικό μέλι είτε μεταποιημένο σε ποτό (υδρόμελι, μελίκρατο). Σε αυτό συμφωνούν οι εκφράσεις της αμβροσίας και του νέκταρος προς τα του μελιού. Χρησιμοποιήθηκαν με μεταφορική σημασία πάνω στην ηδύτητα και χάρη του λόγου ή των ποιημάτων (Ιλ. Α, 249. - Ησίοδ. Θεογ. 83. – Πίνδ. Νέμ. 3, 74 κλπ).

Ο Ίβυκος μάλιστα χαρακτηρίζει την αμβροσία ως έχουσα εννεαπλάσια γλυκύτητα από το μέλι. Σχετικώς διαβάζουμε στον Αθήναιο. (ΙΙ, 39 b):
«Ίβυκος δε φησι, την αμβροσίαν του μέλιτος κατ’ επίτασιν εναπλασίαν έχειν γλυκύτητα, το μέλι λέγων ένατον είναι μέρος της αμβροσίας κατά την ηδονήν».

Τέλος, αμβροσία καλούνταν στις θρησκευτικές τελετές ο κυκεών από νερό, λάδι και διάφορους καρπούς, όπως μνημονεύεται από τον Αθήναιο (ΧΙ, 473):
«Η δ’ αμβροσία ύδωρ ακραιφνές, έλαιον, παγκαρπία».

Αρισταίος ο Αγροτικός Θεός


Ο Αρισταίος ήταν γιος του Απόλλωνα και της Κυρήνης, εγγονής της Ναϊάδας Κρέουσας και του θεσσαλού θεού-ποταμού Πηνειού.Τον Αρισταίο ανέθρεψαν η προγιαγιά του Γαία και οι Ώρες ή ο Κένταυρος Χείρωνας κατ’ άλλους. Στη συνέχεαι ανέλαβαν την εκπαίδευσή του οι Μούσες. Κοντά τους έμαθε την τέχνη της ιατρικής και της μαντικής. Από τις Νύμφες έμαθε την καλλιέργεια του αμπελιού και της ελιάς, πώς να φροντίζει τα μελίσσια, πώς να παρασκευάζει τυρί από το γάλα και πώς να μπολιάζει τις αγριελιές για να βγάζουν καρπό.Οι Μούσες του έδωσαν τρία ονόματα. Τον ονόμασαν Νόμιο, Αρισταίο και Αγρέα.

Σύμφωνα με τον Πλίνιο ο Αρισταίος ανακάλυψε το ελαιοπιεστήριο, ώστε να παίρνει λάδι από τον καρπό του ελαιόδεντρου.Επίσης του αποδίδονται και εφευρέσεις σχετικές με το κυνήγι, όπως οι λάκοι και τα δίχτυα.
Ο Αρισταίος, με τη σειρά του, φρόντισε όσα γνώριζε να γίνουν κτήμα των ανθρώπων.Νυμφεύτηκε την Αυτονόη, την κόρη του Κάδμου, και απέκτησε μαζί της τον Ακταίωνα.Ο Αρισταίος σχετίζεται και με τον κύκλο του Ορφέα. Σύμφωνα με το Βιργίλιο, η Ευρυδίκη, γυναίκα του Ορφέα, βρήκε τραγικό θάνατο, από δάγκωμα φιδιού, στην προσπάθειά της να ξεφύγει από τον Αρισταίο που την καταδίωκε. Οι θεοί οργίστηκαν από την πράξη του και έστειλαν επιδημία στις μέλισσές του. Εκείνος, για να μάθει την αιτία της συμφοράς του, ζήτησε τη βοήθεια της μητέρας του. Η Κυρήνη τον έστειλε στον Πρωτέα κι εκείνος του αποκάλυψε πώς οι θεοί τον τιμώρησαν για το θάνατο της Ευρυδίκης.

Όταν κάποτε ξέσπασε λοιμός στις Κυκλάδες, την εποχή του Σείριου, που έκανε πολλή ζέστη, οι κάτοικοι ζήτησαν τη βοήθεια του Αρισταίου για να απαλλαγούν από τη συμφορά. Ο Αρισταίος για να τους βοηθήσει εγκαταστάθηκε στην Κέα, όπου έχτισε μεγάλο βωμό στο Δία και πρόσφερε καθημερινές θυσίες στο Δία και στο Σείριο. Ο Δίας εισάκουσε τις προσευχές του κι έστειλε τα μελτέμια (τους δροσερούς ανέμους), για να αλλάξουν το κλίμα στο νησί. Από τότε τα μελτέμια πνέουν όταν κάνει πολλή ζέστη και καθαρίζουν την ατμόσφαιρα των Κυκλάδων.Τιμήθηκε στην Αρκαδία γιατί δίδαξε στους Αρκάδες τη μελισσοκομία, την κατεργασία του μαλλιού και την τέχνη του κυνηγιού.Επίσης τον τιμούσαν και στη Λιβύη όπου είχε φυτέψει το φυτό σίλφιον από το οποίο έπαιρναν κάποιο φάρμακο κι ένα καρύκευμα.Σύμφωνα με το Διόδωρο το Σικελιώτη ο Αρισταίος δίδαξε στη Σαρδηνία και στη Σικελία την καλλιέργεια της ελιάς. Εκεί λατρεύτηκε ως γεωργική θεότητα, προστάτης των ελαιοκαλλιεργητών.

πηγη