Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Πότε εμφανίστηκε η σημαία στον Αρχαίο Κόσμο

Σημαία, σήμα ή σημείο είναι ένα κομμάτι από ύφασμα που φέρει χρώματα και εμβλήματα που χαρακτηρίζουν το έθνος ή μέρος αυτού.Γενικά με τον όρο σημαία μπορούμε να εννοούμε μόνο το ύφασμα έγχρωμο ή όχι, ή μόνο το έμβλημα, ή και τα δύο. Κάθε έθνος έχει μία σημαία και σύμβολα που το χαρακτηρίζουν. Έχει όμως και σημαίες για το στρατό, το ναυτικό, τον Βασιλιά, των διαφόρων νομών κομμάτων, ομάδων, προξενείων, εταιριών, συλλόγων κ.λ. Κάποιες σημαίες έχουν διεθνή χρήση. Η λευκή σημαία σημαίνει διακοπή εχθροπραξιών, διαπραγμάτευση, συνθηκολόγηση. Η κίτρινη καραντίνα, κίνδυνος μολύνσεων. Η κόκκινη πόλεμο, την μαύρη χρησιμοποιούσαν οι πειρατές ή δήλωνε πένθος.
 
Πότε εμφανίστηκε η σημαία:
Οι πιο παλιές μαρτυρίες αναφέρονται για σημαίες Αιγυπτίων αρχηγών που έφεραν στην άκρη των ακοντίων τους ζωόμορφους θεούς. Καταγράφεται ότι μια άσπρη σημαία βρέθηκε μπροστά από τον ιδρυτή της δυναστείας  Zhou στην Κίνα ( 1122-256 π.χ.) Στην Ινδία οι σημαίες φέρονταν στα άρματα και τους ελέφαντες. Στην Βίβλο αναφέρεται ότι κάθε φυλή έπρεπε να έχει τα εμβλήματα της. Οι Πέρσες είχαν στα ακόντια τους τον χρυσό αετό ή τον κόκορα. Οι Σκύθες τον δράκοντα.Οι Έλληνες είχαν στις ασπίδες τους όμοια σημεία για να αναγνωρίζονται στη μάχη. Οι Σπαρτιάτες είχαν το ''Λ'' ή τους Διόσκουρους. Οι Αρκάδες το ρόπαλο του Ηρακλή. Οι Μεσήνιοι το ''Μ''. Οι Μαντινείς την τρίαινα. Οι Θηβαίοι την σφίγγα. Οι Αθηναίοι την κουκουβάγια. Διάφορους συμβολικούς αριθμούς, λέξεις για να τρομάζει ο εχθρός φίδια, ταύρους, λέοντες, κριάρια κ.α.Το σημάδι στις ασπίδες το ονόμαζαν επίσημα.  

Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι στη μάχη της Σαλαμίνας το Περσικό σκάφος Αρτεμίσια όταν το κυνηγούσε ένα Αθηναϊκό σκάφος βύθισε ένα Περσικό για να σωθεί. Το γεγονός διαβεβαίωσαν οι παρατηρητές στον Ξέρξη λέγοντας ότι αναγνώρισαν το σκάφος, "ει αληθέως εστί Αρτεμισίης το έργον, και τους φάναι, σαφέως το επίσημον της νεός επισταμένους.  ...... έγνω το σημήιον ιδών της στρατηγίδος".  Ο Πλούταρχος χρησιμοποιεί την λέξη παράσημα.  Ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί την λέξη σημεία  "τα σημεία ήρθε τα σημεία κατεσπάσθε" δηλαδή κάποιο σημάδι σήμαινε την έναρξη της μάχης και κάποιο σημάδι την διακοπή. Ένα κόκκινο ύφασμα που ονομάζετε φοινικίς χρησιμοποιούσαν πρώτοι οι Αθηναίοι για την έναρξη της μάχης, έπειτα οι Έλληνες της Σικελίας, οι Μακεδόνες, έπειτα οι Ρωμαίοι και οι« Βυζαντινοί».Οι σημαίες στο στρατό της ξηράς φαίνεται να εμφανίσθηκαν επί  Μεγαλου Αλεξάνδρου ενώ οι σημαίες στην θάλασσα εμφανίστηκαν από την Μυκηναϊκή εποχή.
Στην εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου στην Ασία υπήρχαν σημεία στους επικεφαλής των ιλών του μακεδονικού στρατού. Μετά τον θάνατο του Ηφαιστίονα, το εκστρατευτικό του σώμα ονομάσθηκε χιλιαρχία και προηγείτο  σημαία που είχε κατασκευάσει ο Ηφαιστίων, γράφει ο Αρριανός. Εκείνη την εποχή οι Πέρσες χρησιμοποιούσαν τετράγωνες σημαίες. Το 333 π.χ. μετά την νίκη στην Ισσό ο Αλέξανδρος καθιέρωσε στο στράτευμα τις τετράγωνες σημαίες από κεντητό ή ζωγραφιστό ύφασμα. Μετά την κατάκτηση των υπόλοιπων βασιλείων της  Ελλάδας από τους Ρωμαίους τα Ελληνικά συνάντησαν τα σημάδια των αποικιών και αναμείχθηκαν με τα Ρωμαϊκά. Κάθε πόλη είχε τα σημεία της όπως και κάθε πλοίο. Το Βυζάντιο και η Προποντίδα είχαν το κόκκινο χρώμα με την ημισέληνο 
( σύμβολο της θεάς Άρτεμης) με αστέρι ή χωρίς. Στην Μήλιτο το λιοντάρι. Στα παράλια της Μικράς Ασίας τον ήλιο σε πράσινο φόντο, η προέλευση του ήλιου είναι πιθανή από τους Τρώες που είχαν προστάτη τους τον θεό Απόλλωνα, θεό του ήλιου. Στις άλλες περιοχές είχαν κίτρινες, άσπρες,
κόκκινες σημαίες με αστέρια, με ρητά και φράσεις για να φοβίζουν τους πειρατές.

sourse  http://www.hellinon.net/Simees.htm

Η χαραυγή της Φιλοσοφίας στην αρχαιότητα


Στην αρχαιότητα οι Έλληνες, αποφάσισαν να υποτάξουν το κοσμικό θαύμα με την νόηση. Από αυτούς για πρώτη φορά στην Ιστορία πρόβαλε η απαίτηση να εξηγήσει ο άνθρωπος τον κόσμο και να συσχετίσει τη ζωή του με το λογικό. Στον θριαμβευτικό δρόμο που ακολούθησε η ελληνική φιλοσοφία πέρασε πολλούς σταθμούς, διήλθε από πολλές φάσεις και για περισσότερο από μία χιλιετία αυτός ο θαυμάσιος λαός, αντλώντας από την πλούσια φύση του, παρουσίασε πλήθος συστημάτων, επιτευγμάτων και λύσεων σε πλείστα όσα ζητήματα και προβλήματα αντίστοιχα.
Οι αρχαίοι Έλληνες έφεραν την χαραυγή στην φιλοσοφία, διότι παρόλο που και άλλοι λαοί είχαν ωφέλιμες γνώσεις – αντιλήψεις, αυτές παρέμειναν διάσπαρτες και προσκολλημένες στην τέχνη που εξυπηρετούσε τις ανάγκες της καθημερινής ζωής. Οι έμποροι ήξεραν να λογαριάζουν και οι χτίστες και οι ξυλουργοί να χαράζουν τετράγωνα και κύκλους. Όμως δεν κατάφεραν να «διαχωρίσουν» τους αριθμούς – σχήματα από τα αντικείμενα και να τα μελετήσουν ξεχωριστά. Η κοσμοθεωρία τους δούλευε μέσα από την φαντασία και τον πόθο παραμένοντας ως το τέλος μυθική – θρησκευτική και μέσα από την ποίησή τους φανταστική και συμβολική.Στην Ελλάδα πρώτη φορά «ξαστέρωσε» ο νους του ανθρώπου. Περί τον 6ο ή 7ο π.Χ. αιώνα στις πόλεις της Ιωνίας, με την πλούσια και τολμηρή αστική τάξη, ο άνθρωπος απεγκλωβίζεται από τις μυθικές κοσμοθεωρίες και προσπαθεί για πρώτη φορά να εξηγήσει τα φαινόμενα λογικά και βάσει των φυσικών αιτίων. Θέλει να εξηγήσει το “είναι” και το “γίγνεσθαι”. Να βρει μια “αρχή” την πρώτη ουσία, που με την αλλαγή της έκανε να γεννηθούν όσα βλέπουμε στον κόσμο.

Την αρχή έκαναν οι Ιωνικές πόλεις της Μ. Ασίας, αρχής γενομένης από τη Μίλητο, τη μητρόπολη με τις πολυάριθμες αποικίες και με την πλατιά επικοινωνία στην οποία έζησαν οι πρώτοι φιλόσοφοι, ο Θαλής, ο Αναξίμανδρος, ο Αναξιμένης και ακολουθεί η Έφεσος με τον Ηράκλειτο και πολλές άλλες. Γρήγορα όμως εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο των ελληνικών αποικιών, στις Θρακικές πόλεις, στα Άβδηρα με τον Πρωταγόρα και τον Δημόκριτο και στην Μεγάλη Ελλάδα με πολλές φιλοσοφικές Σχολές (Πυθαγόρειοι, Ελεάτες, Εμπεδοκλής).Μέσα στη ζύμωση αυτή, στην Ιωνία γεννιέται η έννοια και η λέξη φιλοσοφία για να φανερώσει την ορμή του Ίωνα ανθρώπου να ψάξει για να μάθει, να υψωθεί ως προσωπικότητα και να κυριαρχήσει στη φύση.

Στον Όμηρο και στον Ησίοδο βρίσκουμε τον σοφό και την σοφία, στοιχεία που καθορίζουν την ικανότητα στο επάγγελμα. Ο καλός τεχνίτης και ο ικανός ναυτικός είναι σοφοί. Το ίδιο και αυτός που καταλαβαίνει τους νόμους και ξέρει να κυβερνά, δηλαδή ο σοφός και σοφιστής (οι επτά σοφοί).Την λέξη φιλοσοφία την συναντούμε πρώτη φορά σε απόσπασμα του Ηράκλειτου. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι πρέπει να γνωρίζουν πολλά οι φιλόσοφοι – “χρή γάρ εύ μάλα πολλών ίστορας φιλόσοφους άνδρας είναι”.Στον Ηρόδοτο και στο Θουκυδίδη σημαίνει την αγάπη για σοφία που χαρακτηρίζει τον Έλληνα, με συμπληρωματική έννοια να ζητάει κανείς την γνώση για την γνώση χωρίς κάποια πρακτική ωφέλεια. Στον Ηρόδοτο ο Κροίσος λέει στον Σόλωνα “ως φιλοσοφέων γήν πολλήν θεωρίης είνεκεν επελήλυθας”: Ξένε, άκουσα πως από αγάπη για την επιστήμη (φιλοσοφέων) έκανες πολλά ταξίδια για να παρατηρήσεις και να μελετήσεις (θεωρίης είνεκεν). Έτσι ορίζεται και η πρώτη γενική έννοια της φιλοσοφίας – θεωρία, θεωρητική ανάγκη. Σε τεχνικό όρο για μια ορισμένη πνευματική ασχολία υψώθηκε αργότερα στη σωκρατική σχολή.

Η καινούργια αντίληψη του κόσμου και της ζωής, η αμυθολόγητη κοσμοερμηνεία, γεννήθηκε από τις νέες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Οι Ίωνες φιλόσοφοι από την κοινωνική τους θέση είναι δημοκρατικοί και νοιώθουν ως αποστολή τους να καταρρίψουν τις καταχνιές των μύθων και προσπαθούν να εξηγήσουν το κοσμικό πρόβλημα, να βρουν την αρχή και την ουσία του κόσμου με την λογική και μέσα από την νατουραλιστική αντίληψη τους να φωτίσουν το λαό και να τον κάνουν να πάρει ο ίδιος στα χέρια την τύχη του. Είναι κοινωνικοί παράγοντες που πήραν μέρος στην πολιτική ζωή του καιρού τους και το έργο τους το νιώθουν σαν λειτούργημα για την πολιτεία.Ο αρχαίος Έλληνας αγαπούσε τη ζωή και διαμέσου της ανάδειξης του δήμου και της αισιόδοξης αντίληψης, στρέφεται προς στα εγκόσμια αγαθά όπως η ευδαιμονία που βρίσκεται στη γαλήνη και την ευχάριστη διάθεση, την “ευθυμία”. Χαρακτηριστικά όπως η ουσιαστική δημοκρατία, ο ορθολογισμός και η αγάπη για την ουσιώδη επίγεια ζωή αποτελούν βασικά στοιχεία του γνήσιου ελληνικού πνεύματος που ανέδειξε τη φιλοσοφία, καθώς και αρετές όπως η ανδρεία, η γενναιότητα, η αυτοθυσία, η ευθυκρισία, η τόλμη, η δημιουργία και υπεράνω όλων η ΣΟΦΙΑ.

Η μικρή αυτή ιστορική αναδρομή στη χαραυγή της φιλοσοφίας, μας υπενθυμίζει ότι μπορούμε να οδηγηθούμε, μέσω της σκέψης, στην βαθύτερη κατανόηση των σημερινών προβλημάτων μας. Η επιστήμη της φιλοσοφίας δεν μας δίνει οριστικές και αποκλειστικές λύσεις, αλλά παρέχει τις κατευθύνσεις για να τις αναζητήσουμε με την διεύρυνση του τρόπου σκέψης και αντίληψης του σύγχρονου κόσμου.Έτσι μπορούμε να αντιπαραταχθούμε στην ισοπεδωτική παγκοσμιοποίηση, αναδεικνύοντας το άτομο ως πρόσωπο και παράλληλα ως μονάδα του συνόλου, βασική αρχή της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας.

Πηγή: Χ. Θεοδωρίδη, Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, Αθήνα 1955

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Τα Κοινά των Ελλήνων,οι Αμφικτιονίες και οι εναλλαγές στη θέση του Ηγεμόνος της Ελλάδος

Τα αρχαία ελληνικά κράτη και τα ἔθνη ήταν ιεραρχημένα ανάλογα με τη γεωπολιτική βαρύτητα του καθενός, ενώ παράλληλα και ανεξάρτητα από τις μεταξύ τους σχέσεις, διατηρούσαν υπό κανονικές συνθήκες κάποιες μορφές ελάχιστης πολιτιστικής, πολιτικής και αστυνομικής συνεργασίας. Την κυριότερη πολιτιστική συνεργασία αποτελούσαν οι ευρύτερου ή πανελλήνιου ενδιαφέροντος αγώνες, όπως τα Πύθια, τα Νέμεα, τα Ίσθμια και φυσικά οι Ολυμπιακοί Αγώνες, ο δε σεβασμός της κατάπαυσης των εχθροπραξιών κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων και η τιμωρία των απείθαρχων προϋπέθεταν ένα συνδυασμό πολιτιστικής, πολιτικής και αστυνομικής συνεργασίας.Πολιτική και αστυνομική συνεργασία μεταξύ των ελληνικών κρατών προϋπέθετε και η απόφαση των συμμάχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου αφενός να καταδικάσουν «σε άμεση σύλληψη και δουλεία σε όλα τα μέρη της Ελλάδας» του Θηβαίους φυγάδες και αφετέρου να απαγορεύσουν σε όλους τους Έλληνες να φιλοξενούν Θηβαίους μετά την καταστροφή της Θήβας. Την ίδια μορφή συνεργασίας προϋπέθεταν το αίτημα του Αλεξάνδρου προς τους Αθηναίους να του εκδώσουν τους κυριότερους αντιμακεδόνες πολιτικούς καθώς και η άρνηση των Αθηναίων να το πράξουν, χωρίς να υποστούν συνέπειες.


 Ισχυρότερη ήταν η συνεργασία μεταξύ ελληνικών κρατών στα πλαίσια των Κοινών. Τα Κοινά των Ελλήνων αρχικά ήταν θρησκευτικά και κατά κανόνα εδημιουργούντο γύρω από ένα ναό ή ιερό χώρο, τον οποίο τιμούσαν τα ὁμοεθνῆ κράτη της περιοχής. Αρκετές φορές τα θρησκευτικά Κοινά εξελίσσονταν σε πολιτικά Κοινά, όπου τα κράτη μέλη διατηρούσαν πλήρη ανεξαρτησία σε όλους σχεδόν τους τομείς (π.χ. είχαν δική τους κυβέρνηση και νόμισμα), ενώ εκχωρούσαν στις κοινές Αρχές την άσκηση εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Οι Αρχές του Κοινού μεριμνούσαν για τη συγκρότηση του κοινού στρατεύματος, τη σύναψη συμφώνων ειρήνης, την έναρξη και λήξη πολεμικών επιχειρήσεων και τη διαχείριση των σχετικών πόρων. Έδρα των Αρχών του Κοινού οριζόταν συνήθως το σημαντικό ιερό, γύρω απ’ το οποίο είχε σχηματισθεί το αρχικά θρησκευτικό Κοινό, που εξελίχθηκε σε πολιτικό Κοινό και αν δεν υπήρχε ιερό αποδεκτό από όλα τα κράτη μέλη, η έδρα του Κοινού μετεκινείτο σε κάθε συνεδρίαση ή επιβαλλόταν από το ηγεμονικό κράτος του Κοινού. Επειδή η ένταξη σε ένα Κοινό απαιτούσε από τα επιμέρους κράτη να χάσουν ένα βαθμό αυτονομίας, δεν ήταν καθόλου υποχρεωτικό να την αποφασίσουν αυτά οικειοθελώς και χωρίς καμία εξωτερική πίεση. Πάντως τα περισσότερα αρχαία ελληνικά κράτη παρέμεναν έξω από τα Κοινά και διατηρούσαν πολιτικές σχέσεις ή συμμαχίες και με άλλα μη ὁμοεθνῆ και μη γειτονικά τους κράτη.


Τον 4ο π.Χ. αιώνα γνωρίζουμε ότι υπήρχαν τα Κοινά των Βοιωτών (από τον 7ο αιώνα), των Λοκρών (από το τέλος του 7ου αιώνα), των Θεσσαλών (από τον 7ο αιώνα), των Φωκέων (από τα μέσα του 6ου αιώνα), των Αχαιών (από τον 5ο αιώνα), των Δωριέων (Φθίων), των Μολοσσών, των Ακαρνάνων, των Χαλκιδέων επί Θράκης με κέντρο την Όλυνθο ως την καταστροφή της από τον Φίλιππο Β΄ και των Αρκάδων από το 371 ως το 331, οπότε το διέλυσε ο Αντίπατρος.


Οι Αμφικτιονίες ήταν μία άλλη μορφή ένωσης των αρχαίων ελληνικών κρατών, που επίσης ξεκίνησε ως θρησκευτική ένωση και εξελίχθηκε σε πολιτική. Απαρτίζονταν από μεμονωμένα κράτη και Κοινά διαφόρων ελληνικών ἐθνῶν, που κατοικούσαν γύρω από ένα κοινά αποδεκτό ιερό. Σημαντικότερη, ίσως και παλαιότερη όλων (φαίνεται ότι υπήρχε από το 1522 π.Χ.) ήταν η Πυλαία Αμφικτιονία (των Θερμοπυλών), στο συνέδριο στης οποίας συμμετείχαν σχεδόν όλες οι ὁμοεθνίες της κεντρικής και ανατολικής Ελλάδας με 2 ψήφους η κάθε μία, ανεξαρτήτως του πληθυσμού τους. Το συνέδριο της Πυλαίας Αμφικτιονίας συνερχόταν δύο φορές το χρόνο, την άνοιξη στο ιερό του Απόλλωνα των Δελφών και το φθινόπωρο στην πόλη Ανθήλη των Μαλιέων, στο ιερό της Αμφικτιονίδος Αρτέμιδος. Το 354 το Συνέδριο της Πυλαίας Αμφικτιονίας αποφάσισε την κήρυξη πολέμου, του Γ΄ Ιερού Πολέμου, σε ένα από τα μέλη του, τους Φωκείς, μετά την ήττα των οποίων οι 2 ψήφοι της συγκεκριμένης ὁμοεθνίας δόθηκαν στους Μακεδόνες. Αυτή ήταν η ανταμοιβή τους για τη βοήθεια, που προσέφεραν στην τιμωρία των ιερόσυλων Φωκέων, την θέση των οποίων πήραν στην Αμφικτιονία.


Η μεγαλύτερη σύμπραξη κρατών από διαφορετικά ελληνικά έθνη και ανεξάρτητα από την ύπαρξη κοινής μεθορίου ήταν η Ηγεμονία, όπου ένα ισχυρό κράτος είτε με την απειλή χρήσης βίας είτε με την άμεση χρήση στρατιωτικής βίας επέβαλλε την κυριαρχία του σε κράτη και Κοινά. Τα μέλη της Ηγεμονίας ονομάζονταν σύμμαχοι και ο Ηγεμών όριζε τους φόρους που θα του κατέβαλλαν, τις στρατιωτικές δυνάμεις που θα του διέθεταν, τις φρουρές που θα δέχονταν στο έδαφός τους, τα όργανα που θα επέλυαν τις μεταξύ τους νομικές διαφορές, την πολιτική παράταξη που θα τους κυβερνούσε, συχνά δε και το ίδιο το πολίτευμά τους.Δηλαδή η αποδοχή της Ηγεμονίας ισοδυναμούσε με υποταγή και οι υποτελείς στον Μεγάλο Βασιλέα ελληνικές πόλεις είχαν την ίδια αυτονομία και τους ίδιους περιορισμούς με τους συμμάχους, φέρ’ ειπείν των Αθηναίων κατά τις Ηγεμονίες τους. Οι ουσιώδεις διαφορές ήταν ότι ο Ηγεμών ήταν πάντοτε Έλληνας, ότι οι ηγεμονευόμενοι ονομάζονταν σύμμαχοι και ότι οι επιλογές του Ηγεμόνος προέκυπταν ως κοινές αποφάσεις μέσα από συλλογικά όργανα. Τα κράτη και τα Κοινά, που δεν αναγνώριζαν την Ηγεμονία, αποτελούσαν μεν εν δυνάμει αντιπάλους, αλλά παρέμεναν λιγότερο ή περισσότερο στη ζώνη επιρροής του Ηγεμόνος της Ελλάδος και φρόντιζαν να μην τον προκαλούν, ώσπου να συνασπισθούν υπό έναν άλλον υποψήφιο Ηγεμόνα, να ανατρέψουν τον κρατούντα και σε τελική ανάλυση να υποταχθούν στον Ηγεμόνα της δικής τους επιλογής.


Την πρώτη μορφή Ηγεμονίας της Ελλάδος βρίσκουμε στη μυκηναϊκή περίοδο, οπότε οι Μυκήνες είχαν την ηγεσία των συμμάχων κατά τον Τρωικό πόλεμο, ενώ κατά τους Περσικούς πολέμους μπορούμε να εντοπίσουμε μία Ηγεμονία της Σπάρτης. Η πρώτη συμβατικά καταγραφόμενη Ηγεμονία της Ελλάδος είναι η πρώτη Αθηναϊκή (478-431), που επεβλήθη με το πρόσχημα συμμαχίας για την οριστική εκδίωξη των Περσών από την Ελλάδα και της απελευθέρωσης των ελληνικών πόλεων της Μ. Ασίας. Μετά την ήττα της Αθήνας από τη Σπάρτη στον Πελοποννησιακό πόλεμο ακολούθησε η Σπαρτιατική Ηγεμονία (404-378). Στη συνέχεια και χωρίς να τερματίσει την Σπαρτιατική Ηγεμονία με βίαιο τρόπο, η Αθήνα επέβαλε τη δεύτερη Ηγεμονία της (378-371).


Οι εναλλαγές στη θέση του Ηγεμόνος της Ελλάδος ακολουθούσαν πλέον τις διπλωματικές διεργασίες με την Περσία, η οποία καθόριζε σε πολύ μεγάλο βαθμό τα πολιτικά πράγματα της Ελλάδος, η δε έναρξη και λήξη των Ηγεμονιών εσηματοδοτείτο με πολεμικές επιχειρήσεις πολύ μικρότερης έκτασης και διάρκειας από τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Έτσι η έναρξη της Θηβαϊκής Ηγεμονίας σηματοδοτήθηκε από την ήττα των Σπαρτιατών από τους Θηβαίους στα Λεύκτρα (371). Όμως, αν και κάνουμε λόγο για Θηβαϊκή Ηγεμονία, στην πραγματικότητα οι Θηβαίοι απλώς απέκτησαν επιρροή δυσανάλογη της στρατιωτικής, πολιτικής και οικονομικής τους ισχύος και επήλθε ισορροπία μεταξύ τριών συμμαχιών υπό τη Θήβα, την Αθήνα και τη Σπάρτη αντίστοιχα, χωρίς την ύπαρξη πραγματικού Ηγεμόνος της Ελλάδος. Στη μάχη της Μαντινείας (362) οι Θηβαίοι νικήθηκαν από τους Σπαρτιάτες και θεωρούμε συμβατικά ότι τερματίσθηκε η Θηβαϊκή Ηγεμονία.


Για τα επόμενα 24 χρόνια κανένα κράτος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κατείχε την Ηγεμονία της Ελλάδος, ώσπου εμφανίσθηκε ο Φίλιππος της Μακεδονίας. Στη μάχη της Χαιρώνειας (338) οι Αθηναίοι και οι Θηβαίοι με τους συμμάχους τους προσπάθησαν να εμποδίσουν την είσοδο των Μακεδόνων στο στρατηγικό παίγνιο των νοτίων για την Ηγεμονία. Οι Σπαρτιάτες καιροσκόπησαν για πολλοστή φορά και οι Μακεδόνες με τη νίκη τους κέρδισαν την Ηγεμονία της Ελλάδος. Αυτή ήταν η τελευταία Ηγεμονία μέχρι την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους.

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Άδης ο βασιλιάς του Κάτω Κόσμου, ο θεός του θανάτου και των νεκρών

Ο Άδης ήταν ο βασιλιάς του Κάτω Κόσμου, ο θεός του θανάτου και των νεκρών.Οι άνθρωποι αποφεύγουν να πουν το όνομά του, από φόβο μήπως προκαλέσουν την οργή του. Για αυτό χρησιμοποιούσαν άλλες προσωνυμίες. Ονομαζόταν επίσης Άιδης (α στερητικό και ιδείν = αόρατος) και Αιδωνεύς. Οι αρχαίοι πίστευαν πως ο Άδης γινόταν αόρατος με την κυνή (περικεφαλαία) που φορούσε. Η κυνή τον έκανε αόρατο στα μάτια των θνητών αλλά και των θεών.Τον αποκαλούσαν ευφημιστικά Εύβουλο, Ευρύπυλο, Κλύμενο και Περίκλυτο.Ο Αισχύλος τον αποκαλεί πολυξενώτατον Ζήνα των κεκμηκότων, δηλαδή Δία που φιλοξενεί στο παλάτι του πλήθος νεκρούς. Επίσης ονομαζόταν και Κλυτόπωλος, γιατί σύμφωνα με μία παράδοση, τους νεκρούς τους μετέφεραν στον Κάτω Κόσμο τα δαιμονικά άλογα που είχε στους στάβλους του ο θεός.Για την αυστηρότητά του ονομαζόταν Αδάμας, Αδάμαστος, Άδμητος και Αμείλιχος και Νηλεύς (ανελέητος).

Επίσης τον ονόμαζαν Ίφθιμο, Κρατερό και Πελώριο, ενώ για το πλήθος των νεκρών που δεχόταν τον ονόμαζαν Αγησίλαο, Παγκοίτη, Πολυρέγμων και Πολυδέκτη.Ως χθόνια θεότητα ονομαζόταν Ζευς χθόνιος ή υποχθόνιος, Πλουτεύς ή Πλούτων, ο "πλούσιος", εξαιτίας του πλούτου που κρύβεται στη γη (καρποί - μέταλλα). Με το όνομα αυτό συνδέθηκε με το μύθο της Περσεφόνης και με την επίδραση των Ελευσίνιων Μυστηρίων έγινε ηπιότερος θεός και λατρεύτηκε σαν ο πάροχος του πλούτου που προέρχεται κάτω από τη γη. Συχνά παριστάνεται να κρατά το κέρας της αφθονίας, σύμβολο του πλούτου. Με αυτήν την επωνυμία είχε πολλά ιερά σε όλη την Ελλάδα.Στις απεικονίσεις μοιάζει με το Δία και τον Ποσειδώνα, εκτός από τα μαλλιά του που πέφτουν κάτω από το μέτωπό του. Σε παλαιότερες απεικονίσεις παρουσιάζεται ηλικιωμένος, με γενειάδα, φορώντας χιτώνα ή μανδύα, με διάδημα στα μαλλιά, να κρατάει σκήπτρο και να κάθεται πάνω σε θρόνο. Δίπλα στα πόδια του βρίσκονται ο κέρβερος και τα κλειδιά του Κάτω Κόσμου.

Κατά τους θεογονικούς μύθους, ο Δίας, με τον «σπαργανωμένον λίθον» της μητέρας του Ρέας διέφυγε την επιβουλή του πατέρα του Κρόνου.Επειτα με το «φάρμακο» της Μήτιδας ανάγκασε τον Κρόνο να «εξεμέσει» τους αδελφούς και τις αδελφές του και άρχισε τον πόλεμο κατά των Τι­τάνων και του Κρόνου. Ο Δίας είχε με το μέρος του τους Κύκλωπες, οι οποίοι εφοδίασαν τον ίδιο με το πιο ακαταμάχητο όπλο, τον κεραυνό, και τον αδελφό του Ποσειδώνα με την τρίαινα. Ο τρίτος αδελφός, ο Άδης, πήρε από τους Κύκλωπες την «κυνέην», ένα κράνος ή σκούφια που έκανε αό­ρατο εκείνον που τη φορούσε, ενώ ο ίδιος έβλε­πε τους άλλους. Οταν ο πόλεμος κατά των Τιτά­νων τελείωσε, ο Δίας, ο Ποσειδώνας και ο Άδης μοιράστηκαν τον κόσμο με κλήρο και πήρε ο Δίας την έν ούρανώ δυναστείαν, ο Ποσειδώνας την έν θαλασσή και ο Άδης την κυριαρχία στον Κάτω Κόσμο. Ο Κάτω Κόσμος, τα εύρώεντα δώματα του Άδη, ήταν μεγάλη έκταση, περιφραγμένη, κάτω από τη γη, στην οποία έμπαινε κανείς από πύλη που τη φρουρούσε ο Κέρβερος επιτρέποντας μό­νο την είσοδο, όχι και την έξοδο. Tα κλειδιά της πύλης έλεγαν πως ο Άδης τα εμπιστευόταν στον ήρωα Αιακό που ήταν ο ευσεβέστερος τωνσυγχρόνων του και ο μόνος που οι θεοί άκουγαν τις προσευχές του, όσο ο Αιακός βρισκόταν στη ζωή.

Στην πύλη του Άδη έφταναν οι νεκροί, αφού διέπλεαν με το άκάτιον του Χάρωνα τον Αχέροντα ποταμό και την Αχερουσία λίμνη. Ο πο­ταμός και η λίμνη ανήκαν στον Επάνω Κόσμο. Στον Κάτω Κόσμο υπήρχε ένα μόνο νερό που πήγαζε από βράχο, η Στυξ, στην οποία ορκίζον­ταν οι θεοί. Το όνομα της Στύγας προκαλούσε φόβο σε θεούς και ανθρώπους. Σε πολλά μέρη του αρχαίου κόσμου υπήρχαν τα λεγόμενα «στόμια του Άδη», όπου γίνονταν ιεροπραξίες για την εξιλέωση των θεοτήτων του Κάτω Κόσμου, μπορούσαν όμως να ανακαλούνται στα ιερά που ιδρύονταν εκεί και ψυχές νεκρών. Μερικοί μύθοι διηγούνταν πως και ζωντανοί ήρωες μπόρεσαν να κατέβουν στον Άδη από τα στόμια αυτά, ιδίως του Ταινάρου, και να επανέλ­θουν κατόπιν στον Επάνω Κόσμο. Οι θεοί κατέ­βαιναν ευκολότερα, όπως ο Διόνυσος, που χρειά­στηκε να αναγάγη τη μητέρα του Σεμέλη. Όταν την επανέφερε στον Επάνω Κόσμο, την ονόμασε Θυώνη και, ως θεός, την πήρε μαζί του στον ου­ρανό. Από τις καταβάσεις ηρώων, η πιο γνωστή ήταν του Ηρακλή, ο οποίος επιστρέφοντας έφερε μαζί του τον Κέρβερο για να τον παρουσιάσει στον Ευρυσθέα. Έλεγαν πως ο Ηρακλής είχε χρησι­μοποιήσει για την κάθοδο το στόμιο του Ταινά­ρου, και για την άνοδο το στόμιο της Ερμιόνης, που ήταν πλησιέστερα στην Τίρυνθα. Ο Άδης δεν αντιτάχθηκε στην επιχείρηση του Ηρακλή, γιατί πήρε τη διαβεβαίωση πως ο Κέρβερος δεν θα έλειπε για πολύ καιρό μακριά από το βασίλειο του Κάτω Κόσμου, αλλά και γιατί είχε προσωπική πείρα της μαχητικότητας του Ηρακλή: κατά την εκστρατεία του ήρωα εναντίον της μεσσηνιακής Πύλου, ο Άδης θέλησε να συμπαρασταθεί στους Πυλίους και πολεμούσε στο πλευρό τους, χτυπή­θηκε όμως από τον Ηρακλή και κατέφυγε στο γιατρό των θεών Παιήονα για να περιποιηθεί τα τραύματα του. Όταν λοιπόν ο Ηρακλής ήρθε στο βασίλειο του και ζήτησε να πάρει το σκύλο του Άδη, ο Άδης τού έθεσε έναν μόνο όρο: να μη χρησιμοποιήσει κατά του Κέρβερου το ξίφος ή τα βέλη του, αλλά να τον καταπαλαίσει με τους βραχίονες και το σώμα του. Ο Ηρακλής σεβάστη­κε την επιθυμία του ΄Αδη και αντιμετώπισε χωρίς όπλα τον Κέρβερο και τα φίδια της ουράς και των νώτων του. Τελικά το θηρίο υπέκυψε και ακολού­θησε ειρηνικά τον Ηρακλή κατά την άνοδο στον Επάνω Κόσμο και κατά την επιστροφή.

Εξίσου γνωστή ήταν η κάθοδος του Ορφέα για την επαναφορά της Ευρυδίκης. Ο Άδης έδειξε και σ' αυτή την περίπτωση κατανόηση, έθεσε όμως πάλι έναν όρο στον Ορφέα: να προπορεύε­ται ο ίδιος οδηγώντας επάνω την Ευρυδίκη αλλά να μη γυρίσει να την αντικρίσει προτού φτάσει στο σπίτι του. Ο Ορφέας, όμως, από τη λαχτάρα του να δει τη γυναίκα του, δεν μπόρεσε να συμμορφωθεί με τη σύσταση και έτσι η Ευρυδίκη ξα­ναγύρισε στον κόσμο των σκιών. Τρίτη κάθοδος ζωντανών ηρώων στον Άδη εί­ναι του Θησέα και του Πειρίθου που είχε σκοπό την απαγωγή της Περσεφόνης, της βασίλισσας του Κάτω Κόσμου, που την ήθελε για γυναίκα του ο Πειρίθους. Οι δυο ήρωες έφτασαν στον Άδη, αλλά πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Ο Αδης δεν φανέρω­σε από την αρχή τις κακές προθέσεις του, αλλά προσποιήθηκε πως ετοίμασε γι' αυτούς ξενία. Τους έβαλε να καθίσουν στο θρόνο της Λήθης, όπου όμως προσδέθηκαν με σπείρες μεγάλων φιδιών. Εκεί θα έμεναν δεμένοι για να βασανίζον­ται αιώνια, χωρίς να πεθαίνουν. Οταν ο Ηρακλής κατέβηκε για τον Κέρβερο, έλυσε τον Θησέα, εμποδίστηκε όμως να κάνει το ίδιο και για τον Πειρίθου, που ήταν ο κυριότερος ένοχος και που έμεινε εκεί δεμένος για πάντα. Η βασίλισσα, που την απαγωγή της σχεδίασαν οι δυο αυτοί ήρωες, δεν παρουσιάζεται από τους μύθους ως ύπαρξη του Κάτω Κόσμου, αλλά του Επάνω, από όπου την είχε απαγάγει ο Άδης. Η μητέρα της, η Δήμητρα, που δεν ήξερε την τύχη της κόρης της, πλανιόταν επί εννιά μέρες και εννιά νύχτες χωρίς τροφή αναζητώντας τα ίχνη της πάνω στη γη. Στο τέλος, με τη μεσολάβηση του Δία, πέτυχε να παραμείνει η Κόρη μόνο το ένα τρίτο του έτους με τον Άδη και τα υπόλοιπα δύο τρίτα με τους θεούς του Επάνω Κόσμου και με τους ανθρώπους. Μετά τη συμφωνία, όταν ήρθε η στιγμή να φύγει για πρώτη φορά η Κόρη από τον ' Αδη και να επανέλθει στον Επάνω Κόσμο, ο Άδης τής έδωσε να φάει ένα σπυρί ρόδι, που θα την έκανε να εγκαταλείψει πάλι τη μητέ­ρα της και να ξανάρθει στον άντρα της

Οι Άνεμοι σαν θεοί στην Αρχαια Ελλαδα



Οι Άνεμοι κι αυτοί σαν θεοί σαν τους τιμούν στην Αρχαια Ελλαδα με θυσίες και προσφορές, καθώς πολλές εκδηλώσεις της ζωής τους εξαρτώνται από τη βοήθεια τους. Ισχυρές ειναι και οι πνοές των ανέμων στην Ησιόδεια Θεογονία. Στο έπος αυτό, όπου καταγράφεται η γένεση των θεών και η δημιουργία από αυτούς του κόσμου, οι φυσικές δυνάμεις, όπως οι άνεμοι, δεν είναι παρά προσωποποιημένες θεότητες, γόνοι θεών, που γεννούν κι αυτοί με τη σειρά τους άλλα δαιμονικά όντα. Όταν στην «Ιλιάδα» ο Αχιλλέας προσφέρει τις νεκρικές τιμές στο φίλο του Πάτροκλο, και όλα είναι έτοιμα για να καεί το τοποθετημένο στην πυρά σώμα του Πατρόκλου, συμβαίνει να μην μπορεί να ανάψει η φωτιά. Ο Αχιλλέας τότε επι­καλείται τους Ανέμους, τον Βορέα και τον Ζέφυ­ρο, να έρθουν να ανάψουν τη φωτιά, και τους τάζει μεγάλες θυσίες. Την ευχή του Αχιλλέα ακούει η Ίρις, που ξεκινάει για την κατοικία των Ανέμων στη Θράκη. Τους βρίσκει όλους μαζεμέ­νους σε συμπόσιο στο παλάτι του Ζέφυρου και τους λέει για την παράκληση του Αχιλλέα. Τότε οι δυο απ’ αυτούς, ο Βορέας και ο Ζέφυρος, ξεσηκώνονται με θεϊκή ορμή, διώχνουν τα σύν­νεφα και φτάνουν στην Τροία, όπου ανάβουν τη φωτιά φυσώντας δυνατά.

Εκτός από τον Βορέα και τον Ζέφυρο, υπάρχουν ακόμη ο Νότος και ο Εύρος. Ο Βορέας είναι πολύ δυνατός και βίαιος άνεμος που φυσά από τη Θράκη, φέρνει χιόνι και χαλάζι και ξεραίνει με την πνοή του τα νοτισμένα χωράφια. Ξέρουμε και από άλλες πηγές πως διακρινόταν για την ταχύ­τητα του τόσο, που κανείς δεν μπορούσε να τον ξεπεράσει στο τρέξιμο και ακόμα πως πέρα από την επικράτεια του στη Θράκη, υπήρχε η χώρα των Υπερβορέων. Ο Νότος φέρνει ομίχλη και βροχές και είναι επικίνδυνος για όσους ταξι­δεύουν στη θάλασσα το χειμώνα, αφού σηκώνει τεράστια κύματα. Ο Εύρος είναι νοτιοανατολικός άνεμος και συχνά συναγωνίζεται στο φύσημα με τον Νότο — πράγμα που κάνει να σπάζουν τα κλαδιά των δέντρων στα δάση. Ο Ζέφυρος είναι δυτικός άνεμος, πολύ γρήγορος κι αυτός όσο ο Βορέας, και πολλές φορές επικίνδυνος· παρου­σιάζεται όμως και ως ήπιος, δροσερός άνεμος, που φυσά μόνιμα σε παραδεισένιους τόπους, όπως είναι οι κήποι του Αλκίνοου και τα Ηλύσια Πεδία.


Όμως οι Άνεμοι δεν παρουσιάζονται πάντοτε τέσσερις.Αλλού αποτελούν μια θεϊκή τριάδα Ζέφυρος-Βορέας-Νότος. Γονείς τους είναι η Ηώς και ο Αστραίος, που γέννησαν και τα Άστρα. Ο Ζέφυρος είχε μια ερωτική ένωση με την Άρπυια Ποδάργη, εκεί που έβοσκε σ' ένα λιβάδι κοντά στο ρεύμα του μεγάλου Ωκεανού. Από την Ποδάργη τότε γεννήθηκαν τα άλογα Ξάνθος και Βαλίος, που έτρεχαν σαν τον άνεμο, και ανήκαν στον Αχιλλέα. Και ο Βορέας έχει παιδιά άλογα: Ερωτεύτηκε τις φοράδες του Εριχθόνιου (γιου του Δάρδανου, του γενάρχη των Τρώων) που έβοσκαν στα όρο σερά βοσκοτόπια κάτω από το τρωικό βουνό ' Ιδα και αφού πήρε μορφή ίππου με μαύρη χαίτη, πλά­γιασε μαζί τους· αυτές γέννησαν δώδεκα πουλά­ρια, που όταν έτρεχαν δεν πατούσαν στη γη —τόσο, που τρέχοντας πάνω από σπαρμένα χωράφια δεν έσπαζαν τα στάχυα, και καλπάζοντας πάνω από τη θάλασσα μόλις που άγγιζαν τον αφρό των κυμάτων. Ο Βορέας όμως είναι πιο γνωστός για τον έρω­τα που ένιωσε για την Ωρείθυια, την κόρη του βασιλιά της Αθήνας Ερεχθέα. Όταν κάποτε η Ωρείθυια έπαιζε στις όχθες του Ιλισού (κατ' άλ­λους στον Βριλησσό ή στον Άρειο Πάγο) ή πή­γαινε ως κανηφόρος στην Ακρόπολη, ήρθε ο Βο­ρέας και την άρπαξε. Την πήρε μαζί του στη μα­κρινή Θράκη όπου η Ωρείθυια του χάρισε δυο γιους, τους φτερωτούς Βορεάδες Ζήτη και Κάλαϊ, και δυο κόρες, την Κλεοπάτρα και τη Χιόνη. Οι γιοι τους αυτοί έλαβαν μέρος στην Αργοναυ­τική Εκστρατεία και κυνήγησαν τις Άρπυιες — ενώ η Κλεοπάτρα παντρεύτηκε τον Φινέα.

Ο τρομακτικός Τυφώνας

Όταν οι θεοί του Ολύμπου νίκησαν στην Τιτανομαχία και τη Γιγαντομαχία κι έριξαν τους Τιτάνες στα Τάρταρα και αφάνισαν τους Γίγαντες, η Γη, για να πάρει εκδίκηση για τα παιδιά της, ενώθηκε με τον Τάρταρο και γέννησε, στερνό αντίπαλο των Ολυμπίων, τον Τυφώνα. Τέρας ήταν ο Τυφώνας με χέρια δυνατά και ακάματα πόδια. Από τους ώμους του φύτρωναν εκατό κεφάλια φιδιού που πέταγαν έξω τις γλώσσες τους και γλείφονταν. Τα κεφάλια του λαμποκοπούσαν από τη φλόγα των ματιών τους, ενώ από τα στόματά τους έβγαιναν λογιών λογιών φωνές που ξεσήκωναν απερίγραπτη βοή.Στην αναμέτρησή τους με τον Δία ήταν ο θεός από τη μια με τις αστραπές, τις βροντές και τους κεραυνούς του κι αυτός από την άλλη με τους μανιασμένους ανέμους και τις φλόγες. Μέσα στην κοσμογονική αυτή αναταραχή, η γη σειόταν κι η θάλασσα ύψωνε τεράστια κύματα κι έβραζε γη, ουρανός και πόντος. Ο Δίας τελικά τον νίκησε τον Τυφώνα και τον έριξε με οργή στα βάθη του Τάρταρου.

Στον Απολλόδωρο , η γιγάντια, τρομακτική μορφή του Τυφώνα περιγράφεται με κάθε φρικιαστική λεπτομέρεια και η μονομαχία του με τον Δϊα παρουσιάζεται ακόμα πιο σκληρή. Κι ενώ οι άλλοι θεοί για να αποφύγουν τον Τυφώνα κατέφυγαν έντρομοι στην Αίγυπτο, μεταμορφώθηκαν μάλιστα και σε ζώα για μεγαλύτερη ασφάλεια, ο ύψιστος θεός του Ολύμπου μετά βίας κατόρθωσε να σωθεί - ο αντίπαλός του τον ακινητοποίησε κόβοντας τα νέυρα των άκρων του - και τελικά να τον νικήσει και να τον θάψει κάτω από την Αίτνα. Αλλά οι μύθοι για τον Τυφώνα, προφανώς επηρεασμένοι από αντίστοιχους της Ανατολής, δεν τελειώνουν εδώ. Μεταγενέστεροι μυθοπλάστες πρόσθεσαν κι αυτοί τις δικές τους εκδοχές για την γέννηση και τη δράση του δαιμονικού όντος.Ο Τυφώνας προσωποποιούσε για τους Αρχαίους όχι μόνο τον βίαιο άνεμο αλλά γενικότερα την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και την ηφαιστειακή και σεισμική δραστηριότητα, φαινόμενα που ανατρέπουν την εύρυθμη λειτουργία των φυσικών μηχανισμών και απειλούν τις ίδιες τις θεότητες που επιτηρούν και διαφυλάσσουν την τάξη του κόσμου.

Από τον Τυφώνα γεννήθηκαν οι άνεμοι που φυσούν υγροί στη θάλασσα και λυσσομανούν, μεγάλη συμφορά για τους θνητούς, έτσι όπως χάνονται κι αυτοί μαζί με τα καράβια τους στον πόντο. Το ίδιο φυσούν και στην ξηρά και καταστρέφουν την ανθόσπαρτη γη σκεπάζοντας τα πάντα με σκόνη και προκαλώντας δεινή ταραχή.Του Τυφώνα γόνοι ήταν εξάλλου και ο Κέρβερος, η Λερναία Ύδρα, η Σκύλα και άλλα αποτρόπαια όντα.Στοιχεία της φύσης οι άνεμοι, που τα συνέλαβαν ως πανίσχυρους δαίμονες οι πρώτοι άνθρωποι και τους έδωσαν σχήμα, μετουσιώνοντας τα αόρατο και το ασύλληπτο σε ορατό και συγκεκριμένο για να πληρώσουν την αδήριτη ανάγκη κατανόησης του κόσμου τους. Προοδευτικά ωστόσο, ο νους εκτόπισε την ασυγκράτητη φαντασία και παρακάμπτοντας τους μύθους κατέλαβε αυτός την πρωτεύουσα θέση στη διαδικασία της, έλλογης πλέον, ερμηνείας του σύμπαντος.

Ο Αίολος

Ο Αίολος, στην ελληνική μυθολογία, ήταν ο διορισμένος από τον Δία ταμίας των ανέμων.Ο Αίολος κρατούσε τους ανέμους μέσα στον ασκό του και τους άφηνε μετά από εντολή του Δία. Ήταν γιος του Ιππότη, όπως λέει ο Όμηρος. Γι' αυτό λεγόταν Ιπποτάδης. Ζούσε στη νήσο Αιολία, που είχε χάλκινα τείχη.Το νησί αυτό πιστευόταν ότι ήταν η Στρογγύλη, το σημερινό Στρόμπολι , εξ ου και η ονομασία Αιολίδες Νήσοι για τα σύμπλεγμα που ανήκε εκει.Ζούσε στο νησί μαζί με την γυναίκα του Αμφιθέα. Είχε έξι γιους και έξι κόρες, που προσωποποιούσαν τους ανέμους. Οι γιοι τους δυνατούς ανέμους, οι θυγατέρες τους ήπιους (τις αύρες). Σύμφωνα με μεταγενέστερη εκδοχή του μύθου, ο Αίλος ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Άρνης. Με τη μητέρα του και τον αδελφό τουΒοιωτό ζούσε στο Μεταπόντιο. Όταν αναγκάστηκε να φύγει από το Μεταπόντιο, λόγω του φόνου της θετής του μητέρας Αυτολύκης, κατέφυγε σ' ένα νησί του Τυρρηνικού Πελάγους, όπου έχτισε την πόλη Μπάρα, κατά τον Διόδωρο Σικελιώτη. Εφεύρε τα πανιά που κινούν τα πλοία και δίδαξε τη χρήση τους στους υπηκόους του. Ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του πήγε στην Αιολία, όπου ο Αίολος τους φιλοξένησε ένα μήνα. Όταν ζήτησε τη βοήθεια του Αιόλου για να αναχωρήσει, αυτός έκλεισε όλους τους ανέμους σε ένα ασκί και άφησε μόνο τον ούριο Ζέφυρο να πνέει ευνοϊκά γι' αυτούς. Με τη βοήθεια του Ζέφυρου ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του έφτασαν πολύ κοντά στην Ιθάκη. Αλλά κάποια στιγμή που ο Οδυσσέας αποκοιμήθηκε, οι σύντροφοί του άνοιξαν το ασκί, νομίζοντας ότι έχει χρυσάφι, και άφησαν ελεύθερους όλους τους ανέμους. Ξέσπασε θύελλα η οποία έστειλε τον Οδυσσέα πίσω στο νησί του Αιόλου, ο οποίος όμως δεν δέχτηκε να τον βοήθησει και πάλι, τιμωρώντας τον για την ασέβεια των συντρόφων του.

Οι Έλληνες θεωρούσαν τον Αίολο ταμία των ανέμων, όχι θεό τους. Γι' αυτό δεν είχε ιερά, ούτε γίνονταν θυσίες προς τιμήν του. Θεό τον θεωρούσαν οι Ρωμαίοι. Ο Βιργίλιος στην «Αινειάδα» τον αναφέρει ως βασιλιά που κατοικεί σε ένα άντρο, όπου είναι φυλακισμένοι οι άνεμοι, σ' αυτόν δε καταφεύγει η Ήρα όταν αποφασίζει να καταστρέψει τα καράβια των Τρώων.Μία από τις κόρες του Αιόλου ήταν η Αλκυόνη η οποία σχετίζεται με τον μύθο των Αλκυονίδων ημερών. Η Αλκυόνη ερωτεύτηκε τον Κύηκα και ζούσαν ευτυχισμένοι, αλλά μια μέρα ο Κύηκας πνίγηκε ψαρεύοντας και η Αλκυόνη από τον πόνο της έπεσε στα βράχια και σκοτώθηκε. Οι θεοί τους λυπήθηκαν και τους έκαναν πουλιά. Ο Δίας μάλιστα πρόσταξε τον Αίολο κάθε χρόνο τον Ιανουάριο να σταματάει τους ανέμους για να μπορεί η Αλκυόνη να επωάσει τα αυγά της.Στους Αέρηδες, το μνημείο που βρίσκεται στην Πλάκα, απεικονίζεται ο Αίολος μαζί με τους βοηθούς του , ανέμους, Βορρέα, Καικία, Απηλιώτη, Εύρο, Νότο, Λιψ, Ζέφυρο, Σκίρων

Λαϊκές παραδόσεις

Ο Εμπεδοκλής, τον 5ο αιώνα π.Χ, μαθαίνει στους οπαδούς του πώς να κόβουν (να καταλαγιάζουν) τους ανέμους ή να τους σηκώνουν (απελευθερώνουν), όταν θέλουν. Και όταν κάποτε τα δέντρα κινδύνευσαν να πάθουν ζημιές από τα δυνατά μελτέμια, ο Εμπεδοκλής παρότρυνε να σφάξουν γαϊδούρια και να απλώσουν τα δέρματά τους ολόγυρα στις κορυφές των λόφων και των βουνών για να πιάσουν τους ανέμους . Τα μελτέμια κόπηκαν και ο Εμπεδοκλής προσαγορεύτηκε Κωλυσανέμας

 Η αρχαία παράδοση κάνει λόγο και για ειδικούς δέτες των ανέμων, παρέχει μάλιστα και τον τρόπο της σχετικής ενέργειας. Στην Κόρινθο υπήρχε γένος ευγενών, που ονομάζονταν "Ανεμοκοίται", εξορκιστές που αποκοίμιζαν τους ανέμους. Στην Αθήνα επίσης υπήρχαν οι Ευδάμενοι, κοιμιστές και αυτοί των ανέμων, ενώ στην Τιτάνη της Κορινθίας, κοντά στη Σικυώνα, υπήρχε βωμός των Ανέμων, όπου μια νύχτα του έτους, ο ιερέας "θύει, δρά δε και άλλα απόρρητα είς βόθρους τέσσαρας, ημερούμενος των πνευμάτων το άγριον, και δή και Μηδείας, ως λέγουσιν, επωδάς επάδει" (Παυσανίας 2.12,1).Στο Βυζάντιο, η αρχαία παράδοση συνεχίζεται και είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία ότι στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου κάποιος Σώπατρος καταδικάζεται και θανατώνεται με την κατηγορία ότι έδεσε τους ανέμους και εμπόδισε να έρθουν τα καράβια με το σιτάρι από την Αίγυπτο.Η μαγική παράδοση γύρω από τους ανέμους μαρτυρείται και στους νεώτερους χρόνους. Οι πληροφορίες είναι αρκετές. Στην Κάλυμνο συνηθιζόταν κατάδεσμος του βορρά με δέσιμο σπάγκων σε σταυροδρόμια και με εκφώνηση ειδικής επωδής, συνοδευόμενης με ύβρεις.Δέσιμο του σφοδρού ανέμου γινόταν επίσης στη Σαλαμίνα, όπου πήγαιναν σ' ένα εκκλησάκι πάνω σε ύψωμα και εκεί έκλειναν το παράθυρο που βρισκόταν στη μεριά του ανέμου και κρεμούσαν ένα κομμάτι δίχτυ.Γνωστός είναι ο "χορός του κυρ-Βοριά" στη Σίφνο την Κυριακή της Τυροφάγου, με πρώτο μάλιστα χορευτή στον κύκλο τον ιερέα του χωριού, καθώς και ο ανάλογος χορός στην Κάρυστο την Πέμπτη της Διακαινησίμου, για εξουδετέρωση και εδώ του καταστρεπτικού βοριά.

Μια διαφορετική αντιμετώπιση του πνέοντος σφοδρού ανέμου που εμπόδιζε το λίχνισμα των σιτηρών, υπαρχει στους Παρανύμφους του Ηρακλείου, στο νότιο μέρος της Κρήτης: για να κατασιγάσει κατέφυγαν στην "κεροδοσία" του χωριού, στον τελετουργικό δηλαδή περισχοινισμό του, αρχίζοντας από την εκκλησία, με ειδικά κατεργασμένο από τις γυναίκες νήμα, που στη συνέχεια έγινε κεράκια για την εκκλησία, όπως συνηθίζεται όταν κάποιος κίνδυνος απειλεί το χωριό, ή προληπτικά για αποτροπή κάθε κακού.Στην Ικαρία υπάρχουν τα "Ανεμοτάφια", τοποθεσίες με σωρούς από χώμα σε σχήμα τύμβου, με πέτρες ριγμένες πάνω τους, όπου, κατά την παράδοση, έθαβαν τον αέρα. Ενδιαφέρουσα είναι η σχετική περιγραφή από γέροντα αφηγητή: "Παίρνασι μία στάμνα ανοιγμένη από μπροστά, ήπιανεν την ο πιο γέρος και ήβαζεν το στόμα της σ' ένα λάκκο, που ήταν ανοιγμένος και άμα ήπιανεν να σφυρίζει, την τάπωνε με το χέριν του και ήλεεν της λόγια που δεν τα ανιστορώ. Ύστερις ήβαλλεν την στο λάκκο και ήχωνεν την. Ύστερις ούλοι οι χωριανοί ηπιάνασι κάτι ατσαχούς (πέτρες) και ήρριχναν τους από πάνω, ήλεεν ο καθένας από ένα ανάθεμα και κάτι άλλα λόγια μαγικά και ηφεύγασι".Η τελετουργία αυτή, με μορφή δρωμένου, φαίνεται να σταμάτησε πριν από διακόσια πενήντα περίπου χρόνια, όταν οι τελεστές απειλήθηκαν με εξορισμό από τον τοπικό ιεράρχη.Τα τοπωνύμια όμως ποτέ δεν ξεχάστηκαν και τα μαγικά λόγια, που αντιπροσώπευαν την επωδή του καταδέσμου σε πείσμα του χρόνου και της όποιας απαγόρευσης.

Άρπυιες τα μυθικά φτερώτα τέρατα

Ανάμεσα στα μυθικά τέρατα που προκαλούσαν τον τρόμο ήταν οι Άρπυιες οι φτερωτές, που άρπαζαν ανθρώπους και πράγματα κι έκαναν κα­ταστροφές. Ενώ οι κόρες του Πανδάρεου ετοιμάζονταν να παντρευτούν, τις άρπαξαν οι θύελλες Άρπυιες και τις πήγαν δούλες στις Ερινύες. Tα φοβερά αυτά τέρατα, λέει ο Ησίοδος, ήταν παιδιά του Θαύμαντα και της κόρης του Ωκεανού Ηλέκτρας. Ονομάζονταν Αελλώ και Ωκυπέτη, εί­χαν αδελφή τους την Ίριδα τη γοργοπόδαρη και ακολουθούσαν με τα φτερά τους τις πνοές του ανέμου και τα πουλιά. Ο Όμηρος όμως μας μνημονεύει μόνο την Άρπυια Ποδάργη, που γέννησε από τον Ζέφυρο τα δύο αθάνατα και ταχύποδα άλογα του Αχιλλέα, τον Ξάνθο και τον Βαλίο. Αυτή την ίδια θεωρεί ο Στησίχορος μητέ­ρα και των αλόγων των Διοσκούρων, του Φλογέου και του Άρπαγου. Μεταγενέστερη πηγή μάς πα­ραδίδει και το όνομα μιας τρίτης, της Κελαινώς. Πιο γνωστές είναι οι Άρπυιες από το κακό που έκαναν στον μάντη Φινέα, που ήταν γέρος και τυφλός: όταν οι Αργοναύτες έφτασαν στον Βό­σπορο, έψαξαν να βρουν τον Φινέα για να μάθουν για την πορεία του ταξιδιού τους. Τον βρήκαν σε άθλια κατάσταση, γερασμένο και μισοπεθαμένο από την πείνα, γιατί μόλις καθόταν να φάει, έρχον­ταν οι Άρπυιες και του άρπαζαν το φαγητό του. Το λίγο που του άφηναν, ίσαίσα για να ζει και να βασανίζεται, το βρόμιζαν ρίχνοντας του μια φριχτή μυρωδιά, που δεν μπορούσε κανείς να την αντέξει. 

Ο Φινέας υπόσχεται να αποκαλύψει στους Αργοναύτες όσα θέλουν να μάθουν για το ταξίδι τους, αρκεί να τον γλιτώσουν από τις Άρ­πυιες. Τους λέει μάλιστα ότι είναι γραμμένο από τη μοίρα τις Άρπυιες να τις διώξουν τα παιδιά του Βορέα — οι Βορεάδες —, ο Ζήτης και ο Κάλαϊς, που ήταν μαζί τους στην Αργοναυτική Εκ­στρατεία και ήταν αδέλφια της γυναίκας του Φινέα, της Κλεοπάτρας. Οι Αργοναύτες συμφω­νούν και βάζουν στον Φινέα να φάει. Αμέσως εμφανίζονται οι Άρπυιες. Τότε οι γιοι του Βορέα ορμούν και τις κυνηγούν πάνω από τη θάλασσα ως τις Πλωτές νήσους, που αργότερα ονομάστη­καν Στροφάδες. Εκεί θα τις σκότωναν, αν δεν επενέβαιναν ο Ερμής ή η Ίρις, που υπόσχονται ότι ο Φινέας θα γλιτώσει από το βάσανο, ενώ οι Άρπυιες θα πάνε να κρυφτούν σ' ένα σπήλαιο της Κρήτης. Μόνο μεταγενέστερες πηγές μάς δίνουν ως λύση της σύγκρουσης το φόνο των Αρπυιών ή παρουσιάζουν τις Άρπυιες να παρασύ­ρουν τους Βορεάδες στο θάνατο.

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Επίχαρμος ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της αρχαίας Ελλάδας

Επίχαρμος (5ος π.Χ. αι.) ήταν κωμωδιογράφος και φιλόσοφος από την Κω.

Αναδείχθηκε ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της αρχαίας Ελλάδας.Από μικρή ηλικία μετανάστευσε στις Συρακούσες ενώ έζησε και στην Σικελία.Πέθανε 90 ετών ή κατά άλλους 97. Ο Διογένης ο Λαέρτιος αναφέρει ότι οι Συρακούσιοι είχαν στήσει μπρούτζινο ανδριάντα του.

Εκτός από τη θεατρική του δεινότητα, ο ποιητής, επέδειξε και φιλοσοφικές τάσεις, μορφώθηκε πολύ και επηρεάσθηκε από την πυθαγόρεια φιλοσοφία. Γι’ αυτό και οι κωμωδίες του είναι γεμάτες από φιλοσοφικές ιδέες και αποφθέγματα, που δεν στρέφονταν μόνο στα θέματα της ηθικής, αλλά και στα μεταφυσικά προβλήματα, όπως τη θεογονία, τη δημιουργία του κόσμου, περί ψυχής κλπ.

Έγραψε, κατά Σούδα, 52 εργα που αποτέλεσαν 10 βιβλία.

Έχουν σωθεί πολλοί τίτλοι έργων του καθώς και αποσπάσματα (πολλά σε παπύρους). Οι κωμωδίες του διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες. Πρώτον, σε κωμωδίες που αποτελούν παρωδίες μύθων ή έχουν ως θέμα τις περιπέτειες του Οδυσσέα (π.χ. Οδυσσεύς αυτόμολος, Οδυσσεύς ναυαγός, Σειρήνες, Κύκλωψ, από τον κύκλο της Οδύσσειας)· δεύτερον, σε κωμωδίες με θέματα από τη σύγχρονή του ζωή (Αγρωστίνος, Ελπίς και Πλούτος)· και τρίτον, σε κωμωδίες που πραγματεύονται την αντίθεση δύο προσωποποιημένων εννοιών (π.χ. Γη και θάλασσα, Λόγος και Λογίνα). Τα έργα του ήταν σύντομα (300-400 στίχοι) χωρίς χορό και με απλή δομή. Πολλές φορές αποτελούσαν απλή αντίθεση μεταξύ δύο προσώπων και διακρίνονταν προπάντων για τη ζωηρότητα της δράσης και την αντιπροσωπευτικότητα των τύπων τους. Σε μερικές κωμωδίες, ο Επίχαρμος. είχε ως στόχο τα φιλοσοφικά συστήματα της εποχής του. Αυτό, καθώς και οι φιλοσοφικές του τάσεις, συνέτειναν ώστε να θεωρηθεί, λίγο μετά τον θάνατό του, περισσότερο φιλόσοφος παρά κωμικός ποιητής. Προτίμησε το τροχαϊκό δεκάμετρο από το ιαμβικό τρίμετρο. Από τα αποσπάσματα που σώθηκαν είναι δύσκολο να διαπιστωθεί αν η κωμωδία του Επίχαρμου άσκησε άμεση επίδραση στην αττική κωμωδία.

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Πλειάδες οι εφτά κόρες του Τιτάνα Άτλαντα

Οι Πλειάδες κατά τη μυθολογία ήταν οι εφτά κόρες του Τιτάνα Άτλαντα, που σηκώνει στους ώμους τον άξονα του κόσμου και της Πλειόνης.Ηταν ακομη αδελφές της  Νύμφης Καλυψώς, που υποδέχθηκε τον Οδυσσέα στο νησί της ως ναυαγό και των Υάδων. Οι Υάδες μαζί με τις 7 Πλειάδες αποτελούν τις 14 Ατλαντίδεςγνωστές ως Δωδωνίδες νύφες της Δωδώνης που δόθηκε ο θεός Διόνυσος σε αυτές ως βρέφος για να τον μεγαλώσουν, μετ' εμπιστοσύνης του Διός.

Οι Πλειάδες γεννήθηκαν στο όρος Κυλλήνη και θεωρούνταν θεότητες του βουνού. Από την ένωσή τους με το Δία, τον Ποσειδώνα και τον Άρη γεννήθηκαν θεοί και ήρωες.

Τα ονοματα τους ηταν τα εξης:

-Η Μαία, η πρώτη και ομορφότερη, μητέρα του Ερμή από τον Δία
-Η Ταϋγέτη, μητέρα του πρώτου βασιλιά της Σπάρτης Λακεδαίμονα από τον Δία
-Η Ηλέκτρα, μητέρα του Δαρδάνου, γενάρχη των Τρώων και του Ιασίονος από τον Δία
-Η Στερόπη, σύζυγος (ή μητέρα) του ήρωα Οινόμαου από τον Άρη
-Η Κελαινώ, μητέρα του ήρωα Λύκου και του Ευρύπυλου βασιλιά της Κυρήνης από τον Ποσειδώνα
-Η Αλκυόνη, μητέρα του Υριέα και της Αιθούσης από τον Ποσειδώνα
-Η Μερόπη, σύζυγος του Σίσυφου και μητέρα του Γλαύκου

Σχετικά με το πως οι Πλειάδες έγιναν αστερισμός, υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Η επικρατέστερη είναι πως αυτοκτόνησαν απ' τον καημό τους για την τιμωρία του πατέρα τους Άτλαντα να σηκώνει στους ώμους τον άξονα του κόσμου, ή για το χαμό των αδελφών τους Υάδων. Οι Υάδες μετά τον θάνατο του Ύαντα σε κυνηγετικό δυστύχημα άρχισαν να κλαίνε από τη λύπη τους ασταμάτητα .Τότε οι θεοί τις λυπήθηκαν και τις μεταμόρφωσαν σε αστέρια. Άλλη εκδοχή είναι ότι έγιναν αστέρια από τον Δία σε ανταμοιβή για το έργο τους να αναθρέψουν έναν Θεό.

Ποιός ήταν πραγματικά ο Ορφέας


Η Εικόνα που έχουν για την Ελληνική Αρχαιότητα οι σοβαροί μελετητές της Αρχαίας Ελλάδας είναι τελείως διαφορετική από την επίσημη εικόνα που επιβάλλεται από την "χριστιανική εκπαίδευση". Όσοι σπουδάζουν Αρχαιολογία βλέπουν να τους αποκαλύπτεται ένας κόσμος που κρύβεται επιμελώς από την επίσημη εκπαιδευτική κοινότητα και την επικρατούσα αντίληψη.Για τους Αρχαίους Έλληνες ο Ορφέας ήταν πραγματικό πρόσωπο για το οποίο υπάρχουν συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές, πέρα από τους μύθους που δημιουργήθηκαν για τον Ορφέα, για διαφόρους λόγους.

Η Παραλία του Βορείου Αιγαίου, από τον Όλυμπο μέχρι τον Ελλήσποντο, ήταν γνωστή στους αρχαίους σαν Θράκη, εδώ και 35 αιώνες. Αργότερα οι δυτικές περιοχές κατοικήθηκαν από Μακεδόνες. Έχει πολύ λίγη σημασία ποιοι πληθυσμοί κατοίκησαν σε όλες αυτές τις περιοχές. Προέλληνες, Έλληνες, Εξωέλληνες, (Πίερες Θράκες, Μινύες, Μάγνητες, Κίκονες, Πιεριώτες Μακεδόνες, κλπ.) όλοι αυτοί οι λαοί έχουν κοινή φυλετική και πολιτιστική καταγωγή που ανάγεται στην παλαιολιθική εποχή.Η στενή εύφορη λουρίδα γης ανάμεσα στον Όλυμπο και την θάλασσα ήταν η Αρχαία Πιερία(από τον Μακεδόνα γενάρχη Πίερο). Στους πιερικούς πρόποδες του Ολύμπου υπήρχαν πόλεις που αρχαιολογικές ανασκαφές ιχνηλατούν 35 αιώνες πίσω. Τα Λείβηθρα, η Πίμπλεια, το Δίον, κι άλλες πόλεις.Ο Όλυμπος είναι το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας, ιερό βουνό, παγκόσμια γνωστό στους αιώνες, γιατί σχετίζεται με την ελληνική θρησκεία, αλλά και τον Ορφέα και την Ορφική Παράδοση. Ο Ορεινός Όγκος στην νοτιοανατολική πλευρά σχίζεται από την χαράδρα της Ζηλιάνας (αρχαίος χείμαρρος Συς, σήμερα Ζηλιάνα) χωρίζοντας το Βουνό σε Άνω Όλυμπο και Κάτω Όλυμπο.Οι πολλές χαράδρες και ρεματιές δίνουν μια σπάνια ομορφιά στο τοπίο ακόμα και σήμερα. Σε αυτό το Τοπίο, που προκαλεί ιερό δέος, ηρεμία και περισυλλογή, και συγκίνηση που σου κόβει την ανάσα (τουλάχιστον σε αυτούς που κρατούν τους δεσμούς τους με την φύση), μπροστά στην πτυχή που χωρίζει τον Άνω Όλυμπο από τον Κάτω Όλυμπο, ήταν χτισμένα τα Λείβηθρα, η πόλη που γεννήθηκε ο Ορφέας.Λείβηθρα (= ρείθρο, ρέμα, χείμαρρος και υγρός τόπος) σημαίνει ακριβώς τα ρείθρα και τις ρεματιές που μεταφέρουν τα νερά από το Ιερό Βουνό προς την θάλασσα. Τα Λείβηθρα, καθώς κυκλώνονταν από παντού από τα νερά που κυλούσαν έμοιαζαν σαν νησί στους πρόποδες του Βουνού. Ο οικισμός βρισκόταν στα υψώματα βορειοδυτικά της Ακρόπολης.Εκεί που βρίσκονται σήμερα τα ερείπια της Ακρόπολης υπήρχε Αρχαίο Ιερό που σχετίζεται με τον Ορφέα.Σύμφωνα με την Ορφική Παράδοση ο Ορφέας γεννήθηκε από την Μούσα Καλλιόπη,Παρθένα, που έμεινε έγκυος όταν λούστηκε στον θεό-ποταμό Οίαγρο, σε μία από τις σπηλιές του Ολύμπου κοντά στα Λείβηθρα και την Πίμπλεια. Αν και ο Οίαγρος σχετίζεται με τον Ζαγρέα, και μέσω του πατέρα του Χάροπα, με τα σκοτεινά βασίλεια, το πιθανότερο είναι πως ο Οίαγρος ήταν τοπικός άρχοντας (που έλαβε αυτό το όνομα καθώς σχετίστηκε με την Λατρεία του Διονύσου Ζαγρέα). Η μητέρα του Ορφέα ήταν κατά πάσα πιθανότητα κάποια ντόπια αρχοντοπούλα.

Την εποχή που γεννήθηκε ο Ορφέας, πριν από 29 αιώνες, η Διονυσιακή Λατρεία ήταν γνωστή σε όλο το μεσογειακό κόσμο, και στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης. Ο Ορφέας ανατράφηκε μέσα σε αυτό το θρησκευτικό περιβάλλον.Ο νεαρός άρχοντας όμως, δεν έλαβε απλά ιδιαίτερη μόρφωση, είχε από την φύση του ιδιαίτερα χαρίσματα. Αντιλαμβάνονταν το Θείο με ένα ιδιαίτερο τρόπο:Ο Ορφέας αντιλαμβάνεται την ΘΕΟΤΗΤΑ σαν ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ με την Οποία σχετίζεται άμεσα, υπαρξιακά, και βιωματικά… όχι με ένα τρόπο εξωτερικό, σαν μια Βαθύτερη Απροσπέλαστη Πραγματικότητα που αποτυπώνεται σαν εξωτερική πίστη και λατρεία και μέσα από τελετουργικές πράξεις… Για τον Ορφέα η ΘΕΟΤΗΤΑ Είναι η Πηγή και το Βάθος της Ύπαρξης κι η Ουσία των πάντων, που Βιώνουμε Μέσα μας με ένα τρόπο άμεσο, εσωτερικό και βιωματικό.Αυτή η ΜΙΑ ΟΥΣΙΑ (μεταφυσικά και σε ανώτερους κόσμους) διαχωρίζεται σε πολλές, ατομικές οντότητες, παραμένοντας στην Ουσία Μία. Ουσιαστικά και Μυστικά το Ένα είναι μέσα στα πολλά, στο καθένα και το καθένα ταυτίζεται με το Ένα, με το Όλο.Από Αυτή την Κατάσταση στους Ανώτερους Κόσμους η περαιτέρω εξέλιξη στο Όλο και στο καθένα οδηγεί στην διαφοροποίηση από το Ένα και στην ίδια την ξεχωριστή ατομικότητα. Από εδώ αντλείται η έννοια της ψυχής (σαν το σύνολο της πνευματικής οντότητας) πουπηγάζει κι εξαρτάται από την Θεότητα, όποιο δρόμο εξέλιξης κι αν πάρει.Κι από τον Φωτεινό Κόσμο του Νου η Ψυχή πέφτει στον Κόσμο της Απλής Ψυχής που εκφράζει την φύση της με την βούληση και το συναίσθημα.Είναι αυτή η διαφοροποιημένη ψυχή που ενσωματώνεται στο υλικό σώμα που αποτελεί μεταφυσικά και κυριολεκτικά ένα «τάφο» για την ψυχή.

Από τους Φωτεινούς Κόσμους του Υπερπέραν, της Εξωπραγματικότητας του ανθρώπου η Ψυχή πέφτει στον Μεταφυσικό Άδη, στον «Κάτω Κόσμο», που είναι ο «υλικός κόσμος».Η Ψυχή με όλες τις πνευματικές, νοητικές, και ψυχικές, λειτουργίες δένεται κυριολεκτικά μέσα στις ψυχοσωματικές διαδικασίες, και τις λειτουργίες του σώματος, και τον εξωτερικό κόσμο της ύλης. Από την ένωση της Ψυχικής Οντότητας με το σώμα, δημιουργείται ηυλική ψυχή, ο ψυχοσωματικός οργανισμός, η ζωή, το ζωτικό σώμα (που πρέπει να διακρίνεται από την Καθαρή Ψυχή).Αυτή η θρησκευτική αντίληψη δεν ήταν κάτι καινούργιο στην Εποχή του Ορφέα. Στην πραγματικότητα είναι η ίδια η Ουσία της Διονυσιακής Λατρείας (με την μορφή του Ζαγρέα) που ανιχνεύεται σε ολόκληρο τον μεσογειακό κόσμο, στην Κρήτη, στην Ελλάδα, στην Εγγύς Ανατολή, στην Κάτω Ιταλία, τουλάχιστον 35 αιώνες πίσω.Οι Λάτρες του Διονύσου με την αντίληψη της Βαθύτερης Ενότητας του Όντος και του κόσμου, και με τα ιερά όργια (που σημαίνει ιερά έργα) Βιώνουν μυστικά την Ενότητα με το Θεό, το Ον, ταυτίζονται μαζί Του, συμμετέχουν έτσι στην Ουσία Του.Ο Ορφέας δεν το αρνείται αυτό. Πίστευε όμως ότι η Θεία Δημιουργία κι η Εξέλιξη, γίνεται στους μεταφυσικούς κόσμους κι όχι εξωτερικά σε ένα «αντικειμενικό» κόσμο. Έτσι μόνοεσωτερικά, βιωματικά, μπορεί να γίνει Κατανοητή η Ουσία της Θεότητας, και να επιτευχθεί η Ένωση με τον Θεό. Εσωτερικεύοντας την Διονυσιακή Αντίληψη, προσεγγίζοντας βιωματικά (εσωτερικά) την Θεότητα ανοίγει τους Εσωτερικούς Ορίζοντες της Ύπαρξης προς τον Απέραντο Εσωτερικό Κόσμο και την ΘΕΟΤΗΤΑ.Τι Διδάσκει στην ουσία ο Ορφέας; Ότι εφόσον η Ψυχή διαφοροποιείται (στους ανώτερους κόσμους) από το Ένα, το Όλον, και πέφτει στον υλικό κόσμο, και δένεται στο σώμα, ο μόνος δρόμος λύτρωσης είναι η λύσις της ψυχής από το σώμα. Αυτό μπορεί να γίνει εσωτερικά, μέσα στον καθένα, με την περισυλλογή των δυνάμεων της ψυχής και τον «αποχωρισμό» από το σώμα.Η ΛΥΣΙΣ, ο «αποχωρισμός» από το σώμα, έχει πολλά επίπεδα εμβάθυνσης:Μπορεί να σημαίνει την εξωτερική αποχή από μιασμένα αντικείμενα κι ανίερες πράξεις που οδηγεί στην ηθική στάση και στην ηρεμία.

Μπορεί να σημαίνει τον βαθύτερο ψυχικό (βουλητικό και συναισθηματικό) αποχωρισμό από την υλική ζωή που καλλιεργεί την αδιαφορία για τα εγκόσμια και την ησυχία.Μπορεί να σημαίνει τον βαθύτερο αποχωρισμό του νου από την ενασχόλησή του με τον εξωτερικό κόσμο.Μπορεί να σημαίνει το Εκστατικό Βύθισμα στην Ενότητα της Ύπαρξης, πίσω από όλες τις διαφοροποιήσεις.Μπορεί να σημαίνει την Πλήρη Ταύτιση με την Θεότητα.Μπορεί ακόμα να σημαίνει τον συνειδητό αποχωρισμό από το σώμα και την μετάβαση στους κόσμους του υπερπέραν (αυτό που κάποιοι ονομάζουν αστρικό ταξίδι).Μπορεί να σημαίνει τον φυσικό αποχωρισμό από το σώμα, που γνωρίζουμε σαν θάνατο.Έτσι ο Ορφέας μιλά για μια ανοδική πορεία της ψυχής προς την Θεότητα, για μια εισέλιξη. Δεν αρνείται την εξωτερική λατρεία και τελετουργία, αλλά θεωρεί πως η εξωτερική λατρεία δεν είναι παρά ένα εξωτερικό πρώτο στάδιο στην πορεία προς τον Θεό. Στην πραγματικότητα ο Ορφέας με την Διδασκαλία του δίνει ένα απέραντο βάθος στην Διονυσιακή Λατρεία. Η Διδασκαλία του είναι Εσωτερικός Διονυσιασμός. Από την άλλη μεριά χωρίς την ερμηνεία του Ορφέα ο Διονυσιασμός θα παρέμεινε μια εξωτερική, ιερή μεν, αλλά βάρβαρη θρησκεία.Έτσι ο Διονυσιασμός, όπως τον αντιλαμβάνεται ο Ορφέας δεν είναι παρά Εξωτερικός Ορφισμός.Η μεταρρύθμιση του Ορφέα, της Διονυσιακής Λατρείας πρόσφερε στους Έλληνες (και στην ανθρωπότητα) μια από τις βαθύτερες μυστικές ερμηνείες της Πραγματικότητας. Ενέπνευσε τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του κόσμου (δηλαδή τους Έλληνες Φιλοσόφους, από τον Ηράκλειτο και τον Πυθαγόρα, μέχρι τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, και τους Κυνικούς, τους Στωικούς, τους Επικούρειους, τους Σκεπτικούς, τους Νεοπλατωνικούς…)Ο Πυθαγόρας δεν έκανε τίποτα άλλο από το να μεταφέρει την Διδασκαλία του Ορφέα στον Κρότωνα, στη Κάτω Ιταλία. Η πολύ σημαντική του προσφορά, πέρα από την Βασική Ορφική Διδασκαλία είναι η χρήση των μαθηματικών εννοιών στην περιγραφή της Πραγματικότητας.Η Ορφική Διδασκαλία ανανέωσε την Δελφική Λατρεία, αναζωογόνησε τα Ελευσίνια Μυστήρια, κι άνοιξε τελείως τους Ορίζοντες στην Φιλοσοφική Σκέψη.

Ο Πλάτωνας είναι Ορφικός από όλες τις απόψεις, και συχνά αναφέρεται στην Διδασκαλία του Ορφέα στους διαλόγους του. Όταν αναφέρεται στον Φαίδωνα (Φαίδων, 67,c, d) στον «παλαιό λόγο» («παλαιά παράδοση») και στην «λύσιν της ψυχής», στην πραγματικότητα απλά μεταφέρει την Ορφική Διδασκαλία: «Πάνυ μεν ούν, έφη ο Σιμμίας. – Κάθαρσις δέ είναι άρα ου τούτο ξυμβαίνει, όπερ πάλαι εν τώ λόγω λέγεται, το χωρίζειν ότι μάλιστα από τού σώματος τήν ψυχήν, καί εθίσαι αυτήν καθ’ αυτήν πανταχόθεν εκ τού σώματος συναγείρεσθαί τε καί αθροίζεσθαι καί οικείν κατά τό δυνατόν, καί εν τώ νύν παρόντι καί εν τώ έπειτα, μόνην καθ’ αυτήν, εκλυομένην ώσπερ εκ δεσμών εκ τού σώματος; - Πάνυ μέν ούν, έφη, - Ουκούν τούτο γε θάνατος ονομάζεται, λύσις καί χωρισμός ψυχής από σώματος; Παντάπασί γε, ή δ’ ός. – Λύειν δέ γε αυτήν, ώς φαμεν, προθυμούνται αεί μάλιστα καί μόνοι οι φιλοσοφούντες ορθώς, καί τό μελέτημα αυτό τούτό εστι των φιλοσόφων, λύσις καί χωρισμός ψυχής από σώματος. ή ού; - Φαίνεται».Ο Ορφισμός επηρέασε την Ελλάδα για τουλάχιστον 15 αιώνες και κατάλοιπα αυτής της θρησκευτικής αντίληψης υπάρχουν ακόμα και σήμερα στην σκέψη, στην γλώσσα, στην ζωή, στις γιορτές. Ήταν στην εποχή του Πεισίστρατου που ο Ορφισμός έγινε επίσημη θρησκεία της Αθήνας και καθιερώθηκαν (επίσημα) οι Γιορτές του Διονύσου (χωρίς να «ποδοπατηθούν» οι πατροπαράδοτες αντιλήψεις κι η λατρεία των άλλων θεών). Ο Ορφισμός, η ορφική αντίληψη για την κοινή θεϊκή καταγωγή, την ισότητα, και την ισονομία, όλων των ανθρώπων, γέννησε ουσιαστικά την Δημοκρατία (αν και δεν εξάλειψε το θεσμό της δουλείας) στην Αθήνα.Αν δεν υπήρχε το Ορφικό Ιδεολογικό Υπόστρωμα στην αντίληψη των Αθηναίων, για την Φύση, την ζωή, και την «πολιτεία», δεν θα είχε γεννηθεί η Δημοκρατία. Όταν τελείωσε ο αρχαίος κόσμος, κι η ελληνική θρησκεία, κι επιβλήθηκαν με την βία άλλα θρησκεύματα στον Ελλαδικό Χώρο, έσβησε κι η Δημοκρατία.

Οι σύγχρονες αντιπροσωπευτικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες είναι παρωδίες δημοκρατίας. Τα κόμματα είναι πολιτικές συμμορίες, που ονομάζουν «δημοκρατίες» αυταρχικά άδικα και βίαια καθεστώτα. Αυτό συμβαίνει γιατί όλες αυτές οι ψευτοδημοκρατίες δεν έχουν υγιές ιδεολογικό υπόβαθρο, όπως συνέβαινε με την Αληθινή Αθηναϊκή Δημοκρατία.Ήταν φυσικό, οι θρησκευτικές αντιλήψεις κι εμπειρίες του Ορφέα (η εσωτερίκευση της αντίληψης, κι η εσωτερική άμεση βιωματική προσέγγιση της Πραγματικότητας του Θεού), να φέρουν τον νεαρό άρχοντα, στην αρχή της δημόσιας δράσης του, σε «αντίθεση» με το περιβάλλον του. Ήταν δύσκολο να κατανοήσουν χωρίς προσπάθεια το μήνυμα τουΕμπνευσμένου. «Αποσύρθηκε» νωρίς από τα δημόσια πράγματα, για να ασχοληθεί με την «θρησκευτική εμπειρία» του, να την κωδικοποιήσει, να την κάνει πράξη και ζωή.Ο «μύθος» λέει πως ο Ορφέας ταξίδεψε στην Αίγυπτο. Δεν είχε λόγο να το κάνει. Ο Ορφέας βρήκε στην Πατρίδα του όλη την θρησκευτική παράδοση πάνω στην οποία βασίστηκε για να αναπτύξει τις δικές του θρησκευτικές αντιλήψεις. Η Διονυσιακή Λατρεία διαδεδομένη στην Ελλάδα, στην Κρήτη, και στον Ευρύτερο Μεσογειακό Χώρο, δεν είναι Αιγυπτιακό Φαινόμενο (και διαφέρει αρκετά από την Λατρεία του Όσιρι και τα μυστήριά του). Αλλά ακόμα κι αν ο Ορφέας ταξίδεψε στην Αίγυπτο, δεν έγινε σε τίποτα πιο σοφός από αυτό το ταξίδι. Κατά την δική μας αντίληψη η δράση του εξελίχθηκε εξ’ ολοκλήρου στην Πιερία, και ιδιαίτερα στην Πατρίδα του τα Λείβηθρα και την γύρω περιοχή, στους πρόποδες του Ολύμπου.

Ο Ορφέας δημιούργησε γρήγορα ένα κύκλο ανθρώπων με τους οποίους μοιράστηκε τις εμπειρίες του. Η δημιουργία θρησκευτικών κύκλων είναι παγκόσμιο, διαχρονικό, και διαθρησκευτικό φαινόμενο. Στην Ελλάδα οι θρησκευτικοί κύκλοι ονομάζονται θίασοι(ιδιαίτερα οι ομάδες πιστών του Διονύσου). Ο Ορφέας δημιούργησε ένα συμπαγή κύκλο μυημένων που είχαν ορισμένη αντίληψη του Θείου (Ορφική Θεολογία), και ιδιαίτερο τρόπο ζωής (ορφικό βίος), και συμπεριφορά.Σύμφωνα με τις μαρτυρίες πολλών αρχαίων φιλοσόφων, ιστορικών και συγγραφέων, στα Λείβηθρα ,όπως σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας,υπήρχε Ιερό, σε ένα λόφο νοτιοανατολικά του οικισμού που κυκλωνόταν από χείμαρρους, πολύ πριν τον Ορφέα. Εκεί γινόταν η δημόσια λατρεία, εκεί ασκούσαν την λατρεία τους οι πιστοί του Διονύσου, κι εκεί ιερούργησε κι ο ίδιος ο Ορφέας.Οι ορφικές τελετές συμπεριλάμβαναν τελετουργική χρήση ιερής φωτιάς, χρήση ύμνων, μουσικής, και χορού. Οι ορφικές τελετές διέφεραν αρκετά από την δημόσια Διονυσιακή Λατρεία, και τις τελετουργίες των βάκχων και των μαινάδων. Οι ορφικές τελετές θα διατηρηθούν σε διάφορους ορφικούς θιάσους, ενώ η δημόσια Διονυσιακή Λατρεία θα μεταφερθεί στις Διονυσιακές Γιορτές, ενώ οι τελετές των μαινάδων θα διατηρηθούν στην Δελφική Λατρεία.

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμιά αντίθεση ανάμεσα στις ορφικές αντιλήψεις και την συνηθισμένη Λατρεία του Διονύσου και τις Διονυσιακές Γιορτές που καθιερώθηκαν γύρω από την λατρεία. Στην ουσία όλες οι αντιλήψεις είναι σωστές κι απευθύνονται σε ανθρώπους με διαφορετικό βαθμό κατανόησης της θρησκείας του Διονύσου.Ο Ορφισμός, κι η εξωτερική Διονυσιακή Λατρεία λειτουργούν όχι ανταγωνιστικά αλλά συμπληρωματικά. Αυτό αποδεικνύεται από τον σεβασμό που είχαν όλοι οι Έλληνες για τον Ορφέα, την Δελφική Λατρεία, τα Ελευσίνια Μυστήρια, ακόμα κι όταν δεν ήταν μυημένοι και δεν γνώριζαν το περιεχόμενο της μύησης, αλλά και από την αποδοχή της εξωτερικής λατρείας σαν ένδειξης σεβασμού προς τον Θεό με εξωτερικές πράξεις. Ακόμα και η Ωμοφαγία που θα διατηρηθεί σε ορισμένους θιάσους (αλλά θα καταργηθεί από τις δημόσιες γιορτές στην Κλασσική Αθήνα) είναι μια ιερή πράξη, όσο κι αν φαίνεται αποτρόπαιη. Οι υποκριτές άνθρωποι θεωρούν αποτρόπαιη μια θρησκευτική πράξη, αλλά μπορούν να αδικούν τους συνανθρώπους τους, να αδιαφορούν για τους δυστυχισμένους, και να καταστρέφουν το πλανήτη.Θρησκευτικοί θίασοι ανάλογοι με αυτόν του Ορφέα θα υπάρχουν τουλάχιστον 15 αιώνες μετα.Ακολουθώντας το πρότυπο του Ορφέα θρησκευτικούς θιάσους, ή συγκροτημένους συλλόγους, με συγκεκριμένους χώρους λατρείας και διδασκαλίας, θα δημιουργήσουν όλοι οι Μεγάλοι Έλληνες Φιλόσοφοι, ο Πυθαγόρας στον Κρότωνα (ομακοείο), ο Πλάτωνας στην Αθήνα (ακαδημία), ο Αριστοτέλης (λύκειο ή περιπατητική σχολή), οι Στωικοί (στοά), ο Επίκουρος (κήπος)…

Ο Ορφέας έζησε κι έδρασε, δίδαξε κι έγραψε, στην Πατρίδα του, στους Πρόποδες του Ολύμπου. Έζησε βιώνοντας το θρησκευτικό του όραμα κι αφιερώνοντας το χρόνο του στην διδασκαλία και την υπηρεσία των ανθρώπων.Ο μύθος λέει ότι ο Ορφέας νυμφεύτηκε την Αγριόπη ή Ευρυδίκη. Στην πραγματικότητα ο Ορφέας ήταν τόσο αφιερωμένος στο έργο του που δεν νυμφεύτηκε ποτέ. Ο μύθος του «έρωτα» του Ορφέα με την Ευρυδίκη ήταν μια διήγηση που κατασκευάστηκε για να διδάξει κάτι (την σχέση της Καθαρής Ψυχής με την υλική ψυχή). Ήταν μια διήγηση σαν τις παραβολές του Βούδα, ή του Ιησού.Ο Ορφέας πέθανε σχετικά νέος, από φυσικά αίτια μάλλον.Ο μύθος λέει ότι κατασπαράχτηκε από τις μαινάδες της Πιερίας. Ο μυθικός διασπαραγμός του Ορφέα δεν κάνει τίποτα άλλο από το να επαναλαμβάνει τον μύθο του Ζαγρέα,τον τελετουργικό διασπαραγμό του ταύρου) στο πρόσωπο του Ορφέα. Μετά οι δικαιολογίες για τον διασπαραγμό είναι ανόητες.Λένε ότι ο Ορφέας τιμούσε τον Απόλλωνα κι έτσι ο Διόνυσος καθοδήγησε τις μαινάδες να σκοτώσουν τον Ορφέα. Για τον Ορφέα και τους άλλους μυημένους ο Διόνυσος κι ο Απόλλωνας είναι ο Ίδιος Θεός (που συμβολίζεται στον Χειμερινό Ήλιο και τον Θερινό Ήλιο). Έτσι δεν θα μπορούσε να προκαλέσει την μήνη κανενός Θεού, ούτε των οπαδών του Διονύσου. Αυτά τα λένε οι αμαθείς.Μετά την ίδια ιστορία διηγούνται για τον Λυκούργο, στην Θράκη, τον Πενθέα στην Θήβα, κι άλλους. Υπάρχει πολύ λίγη αλήθεια σε όλα αυτά…

Ούτε εξ’ άλλου ο Ορφέας ήταν αντίθετος προς την εξωτερική λατρεία του Διονύσου που ακολουθούσαν οι απλοί άνθρωποι. Αντίθετα έβλεπε την εξωτερική λατρεία σαν συμπληρωματική των δικών του αντιλήψεων.Βεβαίως μιλούσε για την ανάγκη εμβάθυνσης της θρησκευτικής δραστηριότητας, αλλά ο σεβασμός του για τον άνθρωπο δεν θα του επέτρεπε ποτέ να πολεμήσει ή να ειρωνευθεί τις απλοϊκές αντιλήψεις των συνανθρώπων του.Ούτε βέβαια στερούσε τους άνδρες από τις γυναίκες τους κι έτσι προκάλεσε την εκδίκηση των γυναικών.Ο Ορφέας ήταν Οραματιστής του Φωτός, Υπέρμαχος της Δικαιοσύνης κι Εργάτης της Συμπόνιας και της Βοήθειας στον άνθρωπο.Το μόνο βέβαιο είναι ότι όταν πέθανε, άφησε πίσω του ένα τεράστιο πνευματικό έργο, αλλά και πολύ πόνο για τον χαμό του. Αλλά όπως δίδασκε ο ίδιος, ο Ορφέας, έλυσε τα δεσμά του με το σώμα κι ανυψώθηκε στους Ανώτερους Κόσμους του Φωτός.

Οι άνθρωποι που τον αγαπούσαν και τον ακολουθούσαν τον έθαψαν στην Ακρόπολη των Λειβήθρων, κοντά στο Ιερό που δίδασκε και ιερουργούσε, και ύψωσαν προς τιμήν του Ηρώο, που το είδαν με τα μάτια τους πολλοί αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς και το κατέγραψαν.Τα Λείβηθρα καταστράφηκαν σύμφωνα με τον Παυσανία όταν πλημμύρισε ο χείμαρρος Συς. Τα ιερά, τα κτήρια και τα τείχη της καταστράφηκαν. Σήμερα οι αρχαιολογικές έρευνες έχουν εντοπίσει τον Οικισμό, και την Ακρόπολη, αλλά δεν έχει εντοπισθεί κτίσμα στην Ακρόπολη, μόνο μερικά τμήματα του τείχους.Αυτή είναι λίγο-πολύ η αλήθεια για τον Ορφέα.Το ερώτημα όμως είναι το εξής: Αν ο Ορφέας ήταν πραγματικό πρόσωπο (κι αυτό δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανένας σοβαρός μελετητής της Αρχαιότητας) και μάλιστα τόσο σημαντικό πρόσωπο, τότε γιατί κάποιοι προσπάθησαν με λύσσα να αποδείξουν ότι είναι μυθικό πρόσωπο, μύθος.Αυτό έγινε από εμπαθείς χριστιανούς, που δεν τους ενδιέφερε η ιστορική,θρησκευτική και θεολογική αλήθεια, αλλά τους ενδιέφερε να αποκρύψουν ότι πήραν τα πάντα από τον Ορφισμό. Έτσι όμως το μόνο που αποδεικνύεται είναι ότι ο χριστιανισμός όπως εφαρμόστηκε είναι μια ιστορική απάτη.

Ο Ορφέας υπήρξε ένας Μεγάλος Άνθρωπος, το ίδιο μεγάλος με τον Βούδα, τον Λάο Τσε, τον Ιησού.Αυτό που πρόσφερε ο Ορφέας στον άνθρωπο και στην ιστορία είναι το Υπέρτατο Μυστικό της Ύπαρξης:Η Ίδια η Ύπαρξη που εκδηλώνεται στον καθένα, η Συνείδηση, η Αντίληψη, είναι η Ανεξάντλητη Πηγή της Ενότητας και της διαφοροποίησης, των αντιλήψεων, των προσανατολισμών, και των πράξεων. Όλα προέρχονται από Μέσα. Δεν χρειάζεται να ψάξουμε να βρούμε «έξω», ούτε εξηγήσεις, ούτε δικαιολογίες, ούτε πράγματα να «αρπαχθούμε» από αυτά. Η Ύπαρξη από μόνη της είναι η Ανεξάντλητη Πηγή, κάθε βιώματος και εμπειρίας, η Λαλέουσα Πηγή, το Λάλον Ύδωρ… η Πηγή της Ζωής.Η Ψυχή Είναι Απέραντη, Χωρίς Όρια, Ελεύθερη, Αγνή, Αιώνια. Η δέσμευση στο σώμα, ακόμα κι όταν επαναλαμβάνεται με την μετενσωμάτωση, είναι προσωρινή.Η Μόνη Οδός Λύτρωσης είναι η Λύσις της Ψυχής από τα δεσμά του σώματος. Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο της Ορφικής Θεολογίας, και το αντικείμενο των Μυστηρίων.Η Αληθινή Κατοικία της Ψυχής είναι τα Φωτεινά Βασίλεια του Υπερπέραν, της «Εξωπραγματικότητας», κι όχι ο κάτω κόσμος της γης.

source http://olymposorfeas.blogspot.gr/p/blog-page_28.html

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Εχετλαίος ο Αγνώστος Ηρωας που εμφανίστηκε στη μάχη του Μαραθώνα

Photo: Εχετλαίος ήταν το όνομα ενός αγνώστου  ήρωα που εμφανίστηκε στη μάχη του Μαραθώνα και βοήθησε να αναχαιτιστεί η Περσική εισβολή στην Ελλάδα. Το όνομά του συνδέεται πιθανώς με την εχέτλη (= λαβή αρότρου) που λέγεται ότι κρατούσε για να πολεμά με τους Πέρσες.Η περιγραφή του Παυσανία έχει ως εξής:

...«Λέγουν επίσης πως έτυχε να είναι παρών στη μάχη ένας άνδρας με παλαιική εμφάνιση κι ενδύματα. Σκοτώνοντας πολλούς από τους ξένους με την εχέτλη, εξαφανίστηκε μετά τη μάχη. Σαν ρώτησαν οι Αθηναίοι το μαντείο, ο θεός απλά τους έδωσε την εντολή να τιμήσουν τον Εχετλαίο ως ήρωα. Ανήγειραν και μνημείο μάλιστα με λευκό μάρμαρο. Αν και οι Αθηναίοι βεβαιώνουν πως έθαψαν τους Πέρσες, γιατί σε κάθε περίσταση ο θείος νόμος εντέλει πως το νεκρό σώμα θα πρέπει να θάβεται κάτω από τη γη, ωστόσο τάφο δεν βρήκα. Μήτε υπήρχε τύμβος ή άλλο χνάρι φανερό, καθώς οι νεκροί όπως να 'ναι πετάχτηκαν σε κάποιο χαντάκι»...

Ο Ηρόδοτος δίνει μια άλλη διάσταση στον άγνωστο αυτόν πολεμιστή και το όπλο του , περιγράφει λοιπόν ότι στην μάχη του Μαραθώνα συνέβη κάτι πολύ παράξενο, ένας Αθηναίος στρατιώτης, ο Επίζηλος, γιος του Κουφαγόρα, ενώ πολεμούσε γενναία στήθος με στήθος ξαφνικά έχασε την όραση του και στα δύο του μάτια, παρόλο που δεν τον είχε ακουμπήσει τίποτα, ούτε δόρυ ούτε ξίφος ούτε βέλος τόξου.

 Συνεχίζοντας ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Επίζηλος διηγείται ότι είδε έναν μεγαλόσωμο οπλίτη που η γενειάδα του κάλυπτε ολόκληρη την ασπίδα του, και ότι αυτό το φάντασμα κρατούσε στα χέρια του ένα πολύ φωτεινό όπλο! Πέρασε ακριβώς δίπλα του, σκοτώνοντας Πέρσες αντιπάλους και αυτή η σκηνή ήταν η τελευταία που είδε ο Επίζηλος γιατί από κάποια υπερβολική λάμψη, τυφλώθηκε! Οι Αθηναίοι ρώτησαν το Μαντείο των Δελφών να μάθουν ποιος ήταν ο άγνωστος ήρωας που πολέμησε μαζί τους και το Μαντείο τους έδωσε την απάντηση πως έπρεπε να τιμούν τον ήρωα Εχετλαίο.Εχετλαίος ήταν το όνομα ενός αγνώστου ήρωα που εμφανίστηκε στη μάχη του Μαραθώνα και βοήθησε να αναχαιτιστεί η Περσική εισβολή στην Ελλάδα. Το όνομά του συνδέεται πιθανώς με την εχέτλη (= λαβή αρότρου) που λέγεται ότι κρατούσε για να πολεμά με τους Πέρσες.Η περιγραφή του Παυσανία έχει ως εξής:

...«Λέγουν επίσης πως έτυχε να είναι παρών στη μάχη ένας άνδρας με παλαιική εμφάνιση κι ενδύματα. Σκοτώνοντας πολλούς από τους ξένους με την εχέτλη, εξαφανίστηκε μετά τη μάχη. Σαν ρώτησαν οι Αθηναίοι το μαντείο, ο θεός απλά τους έδωσε την εντολή να τιμήσουν τον Εχετλαίο ως ήρωα. Ανήγειραν και μνημείο μάλιστα με λευκό μάρμαρο. Αν και οι Αθηναίοι βεβαιώνουν πως έθαψαν τους Πέρσες, γιατί σε κάθε περίσταση ο θείος νόμος εντέλει πως το νεκρό σώμα θα πρέπει να θάβεται κάτω από τη γη, ωστόσο τάφο δεν βρήκα. Μήτε υπήρχε τύμβος ή άλλο χνάρι φανερό, καθώς οι νεκροί όπως να 'ναι πετάχτηκαν σε κάποιο χαντάκι»...

Ο Ηρόδοτος δίνει μια άλλη διάσταση στον άγνωστο αυτόν πολεμιστή και το όπλο του , περιγράφει λοιπόν ότι στην μάχη του Μαραθώνα συνέβη κάτι πολύ παράξενο, ένας Αθηναίος στρατιώτης, ο Επίζηλος, γιος του Κουφαγόρα, ενώ πολεμούσε γενναία στήθος με στήθος ξαφνικά έχασε την όραση του και στα δύο του μάτια, παρόλο που δεν τον είχε ακουμπήσει τίποτα, ούτε δόρυ ούτε ξίφος ούτε βέλος τόξου.

Συνεχίζοντας ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Επίζηλος διηγείται ότι είδε έναν μεγαλόσωμο οπλίτη που η γενειάδα του κάλυπτε ολόκληρη την ασπίδα του, και ότι αυτό το φάντασμα κρατούσε στα χέρια του ένα πολύ φωτεινό όπλο! Πέρασε ακριβώς δίπλα του, σκοτώνοντας Πέρσες αντιπάλους και αυτή η σκηνή ήταν η τελευταία που είδε ο Επίζηλος γιατί από κάποια υπερβολική λάμψη, τυφλώθηκε! Οι Αθηναίοι ρώτησαν το Μαντείο των Δελφών να μάθουν ποιος ήταν ο άγνωστος ήρωας που πολέμησε μαζί τους και το Μαντείο τους έδωσε την απάντηση πως έπρεπε να τιμούν τον ήρωα Εχετλαίο.
 

Ο προσδιορισμός του Ετους και των Εποχών στην Αρχαία Ελλάδα

 
Ενας θρύλος αναφέρει ότι οι Αρκάδες εκαυχώντο αφ’ ενός μεν ότι η ιερή πόλις τους Λυκόσουρα κτίστηκε πριν από τον Κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, αφ’ ετέρου δε ότι οι ίδιοι προηγούντο και αυτής της δημιουργίας της Σελήνης. Για τον λόγο αυτόν, οι Αρκάδες ονομάστηκαν από τον Αριστοτέλη Προσέληνοι και από τους Λατίνους συγγραφείς Proselines. Ο θρύλος αυτός, βέβαια, κατά πάσα πιθανότητα στηρίζεται στο γεγονός ότι πιθανώς πρώτοι οι Αρκάδες απ’ όλους τους Έλληνες δημιούργησαν ημερολόγιο που βασιζόταν στον συνοδικό σεληνιακό μήνα. Πάντως, είναι γνωστό ότι μετά την Κάθοδο των Δωριέων στην Ελλάδα, οι Πελασγοί διατηρήθηκαν αμιγώς μόνο στην ορεινή Αρκαδία· γι’ αυτόν τον λόγο οι Αρκάδες θεωρούσαν τους εαυτούς τους γηγενείς. Έτσι, μερικές από τις αρχαιότερες παραδόσεις συνεχίστηκαν και διατηρήθηκαν στην ορεινή περιοχή της Αρκαδίας, ενώ είχαν ουσιαστικά εξαφανιστεί από την υπόλοιπη Ελλάδα.

Οι αρχαϊκές πηγές από τον ελλαδικό χώρο, όπως πήλινες πινακίδες του 13ου π.Χ. αιώνα, τα έργα του Ομήρου, του Ησίοδου κ.ά., αποκαλύπτουν τη χρήση σεληνιακών μηνών από τις ελληνικές πόλεις-κράτη.

Ο Ησίοδος αναφέρει μεθόδους υπολογισμού του έτους βασισμένες στην παρατήρηση λαμπρών άστρων. Στο έπος του «Έργα και Ημέραι» αναφέρει ως χρόνο αμητού (θερισμού) την περίοδο που το ανοικτό σμήνος των Πλειάδων ήταν ορατό με γυμνό μάτι λίγο πριν την αυγή, ενώ ως χρόνο οργώματος την περίοδο λίγο μετά την παροδική εξαφάνιση των Πλειάδων, των Υάδων και του αστερισμού του Ωρίωνα από τον ουρανό (Έργα και Ημέραι , 383-384, 614-616).

Επίσης, ο Ησίοδος συμβουλεύει τους γεωργούς να αλωνίζουν τα στάχυα όταν πρωτοεμφανίζεται ο Ωρίωνας, ένας αστερισμός που πολλοί αρχαίοι συγγραφείς θεωρούσαν ως ημερολογιακό δείκτη. Αυτό βασιζόταν στο γεγονός ότι η ανατολή του κατά τις πρωινές ώρες συνέπιπτε με την αρχή του καλοκαιριού, ενώ η ανατολή του τα μεσάνυχτα συνέπιπτε με την αρχή της συγκομιδής των σταφυλιών. Τέλος, η ανατολή του κατά τις απογευματινές ώρες υποδείκνυε ότι πλησίαζε η ψυχρή εποχή του χειμώνα.

Ο Ιπποκράτης αναφέρει τις Πλειάδες και είχε επισημάνει το ότι διαιρούσαν το έτος σε τέσσερις εποχές, που βέβαια σχετίζονταν με τη θέση του ωραίου αυτού ανοικτού σμήνους στον ουρανό. Το καλοκαίρι άρχιζε με την εμφάνιση των Πλειάδων και διαρκούσε μέχρι την ανατολή του Αρκτούρου, του λαμπρότερου άστρου του αστερισμού του Βοώτη. Το φθινόπωρο διαρκούσε μέχρι την «εσπερία δύση» των Πλειάδων, ενώ τότε ακριβώς άρχιζε ο χειμώνας, που τελείωνε την εαρινή ισημερία. Κατόπιν, άρχιζε η εποχή της άνοιξης που διαρκούσε μέχρι την ανατολή των Πλειάδων.

Ο λαός για τον προσδιορισμό των εποχών του έτους χρησιμοποιούσε ένα πλήθος
φαινομένων που παρατηρούσε στη φύση. Ο Ησίοδος αναφέρει πολλά από αυτά. Όπως
τις κραυγές των αποδημητικών γερανών, οι οποίοι προανάγγελλαν τόσο την περίοδο
του οργώματος, όσο και την έναρξη της εποχής της σποράς, την αναρρίχηση των σαλιγκαριών στα φυτά, η οποία έδειχνε το τέλος του σκαψίματος των αμπελώνων κ.ά.

Αυτή η ταυτόχρονη χρησιμοποίηση πολιτικών και «φυσικών» ημερολογίων είναι χαρακτηριστικός τρόπος υπολογισμού του χρόνου από τους αρχαίους Έλληνες. Κατά τους κλασικούς χρόνους και μετέπειτα, οι μήνες, οι ονομασίες των οποίων σχετίζονταν με τις γιορτές προς τιμήν των ελληνικών θεοτήτων και βασίζονταν στον συνοδικό σεληνιακό μήνα, άρχιζαν από τη στιγμή που πραγματοποιείτο η φάση της νέας Σελήνης.

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Αιθιοπίς ένα χαμένο Επος της αρχαίας Ελληνικής λογοτεχνίας

Η Αιθιοπίς είναι ένα χαμένο έπος της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας. Ήταν μέρος του Τρωικού κύκλου, δηλαδή της ομάδας εκείνης των επών που εξιστορούσε την ιστορία του Τρωικού Πολέμου. Η ιστορία της Αιθιοπίδας ακολουθεί χρονολογικά αυτή της ομηρικής Ιλιάδας, και έπονται τα γεγονότα της Μικρής Ιλιάδας. Η Αιθιοπίς αποδιδόταν από αρχαίους συγγραφείς στον Αρκτίνο της Μιλήτου. Το ποίημα περιελάμβανε πέντε βιβλία έμμετρου λόγου σε δακτυλικό εξάμετρο.

 Η Αιθιοπίς συντέθηκε πιθανώς τον έβδομο αιώνα π.Χ., αλλά υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα ως προς τον ακριβή χρονικό εντοπισμό της. Αρχαίες πηγές χρονολογούν τον Αρκτίνο τον όγδοο αιώνα, αλλά πρώιμες καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις ενός από τους πιο σημαντικούς χαρακτήρες, της Πενθεσίλειας, χρονολογούνται το 600 π.Χ..

Σε τωρινές κριτικές εκδόσεις μόνο πέντε γραμμές επιβιώνουν από το αυθεντικό κείμενο της Αιθιοπίδας'. Εξαρτώμαστε σχεδόν πλήρως από μια περίληψη των Κύκλιων επών που περιέχονται στην Χρηστομάθεια που αποδίδεται σε έναν άγνωστο "Πρόκλο" (πιθανώς μπορεί να ταυτισθεί με τον γραμματικό του 2ου αιώνα μ.Χ. Ευτύχιο Πρόκλο). Λιγότερα από δέκα άλλες αναφορές δίνουν ενδείξεις της ροής του έργου.

Το ποίημα ανοίγει, λίγο μετά τον θάνατο του Τρώα ήρωα Έκτορα, με την άφιξη της Αμαζόνας πολεμίστριας Πενθεσίλειας που έρχεται σε υποστήριξη των Τρώων. Ζει μια στιγμή δόξας στη μάχη, αλλά ο Αχιλλέας την φονεύει. Ο Έλληνας πολεμιστής Θερσίτης αργότερα σαρκάζει τον Αχιλλέα, ισχυριζόμενος ότι ο Αχιλλέας ήταν ερωτευμένος μαζί της, και ο Αχιλλέας τον φονεύει επίσης. Ο Αχιλλέας καθαίρεται τελετουργικά για το φόνο του Θερσίτη.Μετά άλλος ένας σύμμαχος φθάνει, ο Μέμνων, γιος της Ηώς και του Τιθωνού, οδηγώντας ένα Αιθιοπικό εφεδρικό σώμα στρατού φορώντας ολισμό κατασκευασμένο από τον θεό Ήφαιστο.

Στην μάχη ο Μέμνων σκοτώνει τον Αντίλοχο, έναν Έλληναν πολεμιστή ο οποίος ήταν γιος του Νέστορα και πολύ φίλος του Αχιλλέα. Μετά ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Μέμνονα, και ο Δίας κάνει τον Μέμνονα αθάνατο κατά παράκληση της Ηούς. Αλλά στον θυμό του ο Αχιλλέας καταδιώκει τους Τρώες σχεδόν ως τις πύλες της Τροίας, και στις Σκαιές Πύλες σκοτώνεται από ένα βέλος που έριξε ο Πάρις, βοηθούμενος από τον θεό Απόλλωνα. Το σώμα του Αχιλλέα σώζεται από τον Αίαντα και τον Οδυσσέα. Οι Έλληνες έκαναν κηδεία στον Αντίλοχο. Η μητέρα του Αχιλλέα, η θαλάσσια νύμφη Θέτις, έρχεται με τις αδελφές της και τις Μούσες να θρηνήσει πάνω από το πτώμα του Αχιλλέα. Οι επικήδειοι αγώνες διεξάγονται προς τιμήν του Αχιλλέα, στους οποίους η πανοπλία και τα όπλα του Αχιλλέα προσφέρονται ως τρόπαιο για τον μεγαλύτερο ήρωα· και εκεί αναπτύσσεται μια διαμάχη επ' αυτών μεταξύ Αίαντα και Οδυσσέα. Εκεί τελειώνει η Αιθιοπίς· είναι αδιευκρίνιστο αν η απόφαση του πανοπλία του Αχιλλέα, και την επακόλουθη αυτοκτονία του Αίαντα, είπαν στις Αιθιοπίδα στο επόμενο έπος του Κύκλου, η Μικρή Ιλιάδα, ή και στα δύο.

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Φορωνίς το αρχαιότερο έπος που χάθηκε

Προς τιμήν του Φορωνέως γράφτηκε το αρχαιότερο έπος με τίτλο «Φορωνίς», από άγνωστο ποιητή, που χάθηκε. Αυτό το έπος χρησιμοποίησαν ως πηγή τους οι λογογράφοι Ακουσίλαος και Ελλάνικος και από αυτούς οι μεταγενέστεροι, από τους οποίους παίρνουμε μια εικόνα από το περιεχόμενό του.Ο Αργείος διθυραμβοποιός Ελλάνικος, με πρότυπο αυτό το πρώτο έπος, έγραψε δέκα βιβλία με τίτλο « Φορωνίς» που πραγματεύονταν περί της βασιλείας και των έργων του.Η « Φορωνίς» ιστορούσε τον κατακλυσμό του Ωγύγου και την ευεργετική βασιλεία των Ιναχιδών, που δεν επεδίωξε πολέμους, αλλά στα χρόνια αυτά που ανέτειλε η αυγή του πολιτισμού, συνέβαλε στην καλλιέργεια των εγχωρίων σπερμάτων του.

Σ’ αυτό ο Φορωνεύς θεωρείται ως φορέας του ανθρώπινου πολιτισμού και αποκαλείται «πατήρ θνητών ανθρώπων και πρώτος άνθρωπος»:
«Υπάρχει δε και αυτή η παράδοσις: Πως ο Φορωνεύς σε τούτη τη χώρα ήταν ο πρώτος κάτοικος και ο Ίναχος δεν ήταν άνθρωπος αλλά ποταμός και πατέρας του Φορωνέα»

Σύμφωνα ακόμη με το έπος αυτό ο Φορωνεύς μετά τον κατακλυσμό, αποφάσισε να συγκεντρώσει σε έναν τόπο τους απογόνους του και μαζί και τους άλλους και να προστατεύσει το άοπλο και ανυπεράσπιστο ανθρώπινο γένος, γιατί καθώς ζούσαν σκορπισμένοι και απομονωμένοι, κινδύνευαν ν’ αφανιστούν, από τα θηρία και τους άλλους εχθρούς.Τότε ο Δίας που βασίλευε σε θεούς και ανθρώπους, με την προτροπή της Ήρας του παραδίδει την εξουσία και ο Φορωνεύς γίνεται ο πρώτος θνητός βασιλιάς.Η Ήρα τον συμπαθούσε γιατί ίδρυσε το πρώτο ιερό της στο Άργος και καθιέρωσε τις θυσίες προς τιμήν της, αλλά και γιατί στη διαμάχη της με τον Ποσειδώνα είχε πάρει το μέρος της.
Αρκετά χρόνια αργότερα, ο Ερμής σκόρπισε τους ανθρώπους σε διάφορες πολιτείες πάνω στη γη, αφού δεν χωρούσαν όλοι σε μια πόλη. Όμως προέκυψαν καινούργια προβλήματα. Ενώ στην αρχή οι άνθρωποι είχαν μία γλώσσα, τώρα μιλούσαν διαφορετικές.Αυτή η σύγχυσις γλωσσών, έγινε αιτία ερίδων και πολέμων. Για να ζουν οι άνθρωποι με δικαιοσύνη και αρμονικά, ο Φορωνεύς συνέταξε τους πρώτους νόμους και ίδρυσε τα πρώτα δικαστήρια. Επινόησε επίσης τα όπλα, δίδαξε στους υπηκόους του η χρήση τους για να προστατεύονται από τα άγρια θηρία, να τρέφονται από το κυνήγι, αλλά και να τα χρησιμοποιούν όπου δεν επιβαλλόταν ο νόμος.


Από την Ωκεανίδα Μελία (ή Αργεία) ο Ίναχος απέκτησε τον Φορωνέα, τον Αιγιαλέα και την Ιώ. Ως παιδιά του αναφέρονται ακόμη ο Φηγεύς, ο Πελασγός, ο Άργος και η Μυκήνη. Ο Φορωνεύς που διαδέχτηκε τον Ίναχο, θεωρείται ο γενάρχης της Πελασγικής φυλής. Η βασιλεία του συνέπεσε με τον μεγάλο κατακλυσμό του Ωγύγου:
«Πρώτος παρ’ Αθηναίοις μνημονεύεται Ώγυγος καθ’ όν Έλλησιν ο μέγας και παλαιός ιστορείται κατακλυσμός. Τούτο λέγεται συγχρονίσαι Φορωνεύς ο Ινάχου, Αργείων βασιλεύς».
Ο Παυσανίας διασώζει πληροφορίες από το αρχαιότερο έπος Φορωνίς, σύμφωνα με το οποίο ο Φορωνεύς μετά από αυτόν τον κατακλυσμό, ήταν ο πρώτος που συγκέντρωσε τους ανθρώπους σε έναν τόπο, και τους δίδαξε τον τρόπο του κοινωνικού βίου, ιδρύοντας έτσι την πρώτη πόλη:
«Ο Φορωνεύς δε ο γιος του Ινάχου είναι εκείνος που πρώτος συγκέντρωσε τους ανθρώπους σε κοινότητες, ενώ πριν κατοικούσαν σκόρπιοι ο καθένας μόνος του στα δάση και στα βουνά. Και γι αυτό το μέρος που για πρώτη φορά μαζεύτηκαν ονομάσθηκε «Φορωνικόν»
Προηγουμένως ζούσαν σκόρπιοι και απομονωμένοι όπως οι Κύκλωπες, για τους οποίους ο Όμηρος γράφει:
«Δεν έχουν προεστών βουλές, μήτε από νόμους ξέρουν
και κατοικούνε στων βουνών κατακόρυφα τις ράχες,
μέσα σε βαθουλές σπηλιές και τα παιδιά του ορίζει
καθείς και τη γυναίκα του και δεν ψηφάει τους άλλους»
Ακόμη για χάρη των ανθρώπων ο Φορωνεύς μεταφέρει τη φωτιά από τον ουρανό με τη συναίνεση του Δία και διδάσκει τους ανθρώπους να την χρησιμοποιούν, κυρίως για να προσφέρουν θυσίες:
«Πιο πέρα από το ομοίωμα (του Βίτωνος) υπάρχει ένας τόπος όπου καίνε φωτιά, που τη λένε φωτιά του Φορωνέα, γιατί οι Αργείοι δεν παραδέχονται πως ο Προμηθεύς έδωσε στους ανθρώπους τη φωτιά, αλλά αποδίδουν την εύρεσή της στο Φορωνέα».
Την φωτιά αυτή διατηρούσαν οι Αργείοι άσβεστη στον ναό του Λυκίου Απόλλωνος και την ονόμαζαν Φορωνικόν πυρ. Ακόμη, όπως γράφει ο Παυσανίας, οι Αργείοι πρόσφεραν θυσίες στον τάφο του Φορωνέα, μέχρι τα δικά του χρόνια.Από τον Φορωνέα και τη νύμφη Τηλεδίκη γεννήθηκαν ο Άπις και η Νιόβη. Στο μικρό χρονικό διάστημα που βασίλεψε στο Άργος ο Άπις, όλη η Πελοπόννησος ονομαζόταν Απία και οι κάτοικοί της Απιδόνες.Η Νιόβη ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία έσμιξε ο Δίας. Από την ένωση αυτή γεννήθηκαν ο Πελασγός και ο Άργος. Από αυτόν τον γιό του Δία και της Νιόβης η πολιτεία αλλά και όλη η Πελοπόννησος μετονομάστηκε από Απία σε Άργος.

Οι Θολωτοί Τάφοι των Μυκηνών

Οι Μυκήνες αποτελούν το σημαντικότερο αρχαιολογικό χώρο της Πελοποννήσου και έναν από τους πιο σημαντικούς της Ελλάδας, γνωστό σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Oι Mυκήνες ήταν κατοικημένες από το 2.500 π.X. Η λαμπρότερη όμως εποχή της ιστορίας και της ακμής τους συμπίπτει με την Ύστερη Εποχή του Xαλκού από το 1600 μέχρι το 1110 π.X. περίπου. Στην περίοδο αυτή αντιστοιχούν και τα περισσότερα ορατά μέχρι σήμερα οικοδομικά λείψανα.

O λόφος των Mυκηνών, που έχει υψόμετρο 280 περίπου μέτρα από τη θάλασσα, καλύπτει μία έκταση 30 περίπου στρεμμάτων, που περικλείεται από κυκλώπεια τείχη, τα οποία ακολουθούν ουσιαστικά το φυσικό σχηματισμό του λόφου. Tο μέσο πάχος των τειχών είναι 5,20 περίπου μέτρα, ενώ το αρχικό ύψος τους υπολογίζεται στα 12 μέτρα. Το τείχος αρχικά ήταν κτισμένο με ακανόνιστους και ακατέργαστους ογκόλιθους και τα κενά, που σχηματίζονταν μεταξύ των ογκόλιθων, τα γέμιζαν με μικρότερες πέτρες και πηλό. Αργότερα προστέθηκαν τμήματα χτισμένα με ακανόνιστους λίθους, που εφάπτονται μεταξύ τους χωρίς να αφήνουν κενά, και στην τελευταία φάση χτίζονται με πελεκημένους ογκόλιθους σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλόγραμμου, που εφάπτονται αρμονικά μεταξύ τους. Χαρακτηριστικό σημείο, όπου μπορούμε να διακρίνουμε σήμερα και τις τρεις τεχνικές κατασκευής των μυκηναϊκών τειχών, είναι το τμήμα του τείχους νοτιοδυτικά της Πύλης των Λεόντων.




Τείχη Μυκηνών

Η αρχαία πόλη των Μυκηνών ήταν χτισμένη σε σπουδαίο στρατηγικό σημείο μεταξύ δυο κορυφών, του προφήτη Ηλία και της Σάρας, που εποπτεύει τη σπουδαιότερη οδική αρτηρία μεταξύ Άργους, Φλειούντα, Νεμέας, Κλεωνών και Κορίνθου, η οποία περνούσε από τους δυτικούς πρόποδες του λόφου.


Μυκήνες – Porta di Micene, λιθογραφία, αρχές 19ου αιώνα

Ιδρυτής των Μυκηνών ήταν ο Περσέας, ο οποίος ονόμασε τη νέα πόλη Μυκήνες είτε επειδή εκεί έπεσε ο μύκης (μύκης = θήκη) του ξίφους του είτε επειδή εκεί αποκάλυψε μια πηγή με άφθονο νερό, την Περσεία πηγή, κάτω από τη ρίζα ενός μύκητα (μύκης = μανιτάρι). Άλλοι θεωρούν ότι η ετυμολογία της λέξης Μυκήνες προέρχεται από τη λέξη μυχός (= το πιο βαθύ και εσωτερικό σημείο ενός πράγματος, μιας τοποθεσίας, κλπ) και προσδιορίζει τη φυσική της θέση. Αρχαίοι συγγραφείς αποδίδουν το όνομα Μυκήνες στην ηρωίδα Μυκήνη, κόρη του Ινάχου, μυθολογικού βασιλιά του Άργους. Τέλος κάποιοι γλωσσολόγοι τη συσχετίζουν με το τοπωνύμιο Μυκαλησσός και Μύκαλη, τα οποία θεωρούνται προελληνικά.Σύμφωνα με την αρχαιοελληνική παράδοση τον ιδρυτή των Μυκηνών Περσέα (γιο του Δία και της Δανάης) διαδέχτηκαν στο θρόνο ο γιος του Σθένελος και ύστερα ο Ευρυσθέας, γνωστός από τους άθλους του Ηρακλή, τον οποίο σκότωσε ο γιος του Ηρακλή, ο Ύλλος. Έτσι τη δυναστεία των Περσειδών διαδέχτηκε η δυναστεία των Πελοπιδών. Απόγονος της δυναστείας αυτής ήταν ο Ατρέας, πατέρας του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου και ιδρυτής της γενιάς των Ατρειδών. Στα χρόνια της βασιλείας του Αγαμέμνονα, που ήταν αδελφός του Μενέλαου - βασιλιά της Σπάρτης- και αρχηγός της εκστρατείας στη Τροία, το κράτος των Μυκηνών έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή του. Ο Όμηρος, ο πρώτος που ανέφερε τις Μυκήνες, περιγράφει τους πλατείς δρόμους τους, τα ωραία οικοδομήματα και τον πλούτο τους.

Μετά την κάθοδο των Ηρακλειδών, η οποία πραγματοποιήθηκε στο διάστημα της βασιλείας του Tισσαμενού, ο οποίος ήταν γιος του Ορέστη και εγγονός του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, οι Μυκήνες περιήλθαν σε δεύτερη μοίρα και σημαντικότερη πόλη της αργολικής πεδιάδας αναδείχτηκε το Άργος. Διατήρησαν βέβαια την ανεξαρτησία τους και σε υστερότερους χρόνους, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι έστειλαν 80 άντρες στη μάχη των Θερμοπυλών και τετρακόσιους (μαζί με την Τίρυνθα) στις Πλαταιές, για να γραφτεί το όνομά τους στην αναθηματική πλάκα που έστησαν οι Πανέλληνες στους Δελφούς. Το 468 π.Χ. τις κατέλαβε, ύστερα από μακρά πολιορκία, το πάντοτε εχθρικό προς αυτούς Άργος και, σύμφωνα με τους αρχαίους ιστορικούς, οι κάτοικοι κατέφυγαν οι μισοί στη Μακεδονία και οι υπόλοιποι στις Κλεωνές και στην Κερύνεια.Από τότε οι Μυκήνες ερήμωσαν. Κάποια μικρή κώμη δημιουργήθηκε κατά τον 3ο- 2ο αι. π.Χ. αλλά δεν διατηρήθηκε. Το 1ο αι. π.Χ. επισκέφτηκε τα μυκηναϊκά ερείπια ο περιηγητής Παυσανίας, ο οποίος περιέγραψε την περιοχή, αναφέροντας τα τείχη και τη Πύλη των Λεόντων, την Περσεία κρήνη, τους θησαυρούς του Ατρέα και των γιων του καθώς επίσης τους τάφους του Ατρέα, του Ευρυμέδοντα, της Ηλέκτρας, της Κλυταιμνήστρας και του Αιγίσθου. Περιηγητές επισκέφτηκαν τις Μυκήνες και στα νεότερα χρόνια και περιέγραψαν ή απεικόνισαν τα μνημεία.


Heinrich Schliemann

Ο χώρος των Μυκηνών αναδύθηκε στην επιφάνεια στα τέλη του 19ου αι. (το 1874) από τις ανασκαφές του Γερμανού Ερρίκου Σλήμαν, ο οποίος εντόπισε την περιοχή οδηγούμενος από τη περιγραφή του περιηγητή Παυσανία και από ανασκαφές, που έκαναν αργότερα Γερμανοί, Άγγλοι και Έλληνες αρχαιολόγοι. Οι ανασκαφές αυτές έφεραν στο φως σημαντικά ευρήματα τόσο εντός των τειχών της μυκηναϊκής ακρόπολης, όσο και στην ευρύτερη περιοχή έξω από τα τείχη.Τα πιο ενδιαφέροντα λείψανα έξω από την ακρόπολη των Μυκηνών είναι οι τάφοι όλων των ειδών, οι οποίοι δημιουργήθηκαν κατά την μακραίωνη μυκηναϊκή περίοδο. Στη μυκηναϊκή ταφική αρχιτεκτονική κυριαρχούν τρεις τύποι τάφων: ο λακκοειδής, ο θαλαμωτός και ο θολωτός.

Oι λακκοειδείς τάφοι είναι απλοί λάκκοι, οι μεγαλύτεροι και βαθύτεροι με ξερολιθιά στα πλάγια, πάνω στην οποία πατούσαν τα οριζόντια δοκάρια της στέγης του τάφου. Ο νεκρικός θάλαμος είναι υπόγειος με χτιστά τοιχώματα και πρόσβαση από πάνω. Μετά την τοποθέτηση του νεκρού το άνοιγμα καλύπτεται με ξύλινα δοκάρια και πλάκες και στο τέλος ο τάφος καλύπτεται με τεχνητή επίχωση, που σχηματίζει ένα μικρό λοφίσκο, τον τύμβο. Συχνά οι λακκοειδείς τάφοι κατασκευάζονταν κατά συστάδες, πάνω από τις οποίες σχηματιζόταν ένας ενιαίος κυκλικός τύμβος. Δύο τέτοιοι κύκλοι, ο ταφικός κύκλος Α και ο ταφικός κύκλος Β, που περιείχαν βασιλικές ταφές, βρέθηκαν στις Μυκήνες.


Ο ταφικός περίβολος Α, το νεκροταφείο των ηγεμόνων των Μυκηνών,
 στα νοτιοανατολικά της πύλης των Λεόντων.

Ο ταφικός κύκλος Α ήταν το βασιλικό νεκροταφείο των Μυκηναίων ηγεμόνων της πρώιμης εποχής του Μυκηναϊκού Πολιτισμού κατά τον 16ο αιώνα π.Χ.. Αρχικά βρισκόταν εκτός των οχυρώσεων των Μυκηνών και ήταν μία συστάδα λακκοειδών βασιλικών τάφων, που την περιέβαλε ένας χαμηλός περίβολος από ξερολιθιά διαμέτρου 27,50 μ. Όταν το 13ο αιώνα π.Χ χτίστηκε ψηλότερα η Πύλη των Λεόντων και το δυτικό τείχος, οι τάφοι βρέθηκαν στο βάθος ενός τεχνητού κοιλώματος. Τότε χτίστηκε γύρω τους ένας ισχυρός επικλινής τοίχος, ο οποίος συγκράτησε την επίχωση που γέμιζε το κοίλωμα, σκέπασε τους τάφους και έφερε τον κύκλο στην στάθμη της Πύλης. Στην κορυφή του τοίχου στήθηκαν δύο ομόκεντρες σειρές από όρθιες πλάκες σε απόσταση 1,20 μ, μεταξύ τους και το διάστημα μεταξύ τους σκεπάστηκε από όμοιες πλάκες, που σχημάτισαν ένα κυκλικό θωρακείο με είσοδο στη βόρεια πλευρά, προς την Πύλη των Λεόντων. Έτσι με την επέκταση των τειχών ο ταφικός κύκλος Α συμπεριλήφθηκε στα τείχη και σήμερα βρίσκεται μέσα στην ακρόπολη, νοτιοανατολικά και σε μικρή απόσταση από την Πύλη των Λεόντων.


Προσωπίδα “του Αγαμέμνονα”

Ο χώρος ήρθε στην επιφάνεια από τον αρχαιολόγο Ερρίκο Σλήμαν το 1876 και περιλαμβάνει 6 ορθογώνιους κάθετους λακκοειδείς τάφους με διαστάσεις από 3 Χ 3,50 μ. έως 4,50 Χ 6,40 μ. Oι νεκροί θάβονταν ντυμένοι και στολισμένοι με πλούσια δώρα, χρυσά κοσμήματα και αγγεία, χάλκινα ξίφη με χρυσές και ελεφάντινες λαβές, εγχειρίδια με χρυσή και ασημένια διακόσμηση και αγγεία, που μαρτυρούν επαφές των μυκηναίων με την Kρήτη και τις Kυκλάδες, επιβεβαιώνουν το σημαντικό ρόλο που έπαιξαν οι Μυκήνες εκείνη την εποχή και δικαιώνουν τον Ομηρικό χαρακτηρισμό των Μυκηνών ως «πολύχρυσων». Ο πλούτος των κτερισμάτων μαρτυρεί την υψηλή κοινωνική θέση των νεκρών και τον πολεμικό τους χαρακτήρα. Ανάμεσα στα πλούσια ευρήματα ανακαλύφθηκε και σειρά χρυσών νεκρικών προσωπείων, ένα από το οποίο είναι γνωστό ως Μάσκα του Αγαμέμνονα. Την ονομασία έδωσε ο ίδιος ο Σλήμαν, όπως αποδείχτηκε όμως αργότερα το προσωπείο άνηκε σε ηγεμόνα, που έζησε τρεις αιώνες νωρίτερα από την εποχή του μυθικού Αγαμέμνονα.

O ταφικός κύκλος B βρίσκεται δυτικά της ακρόπολης των Μυκηνών και αποτελούσε τμήμα του προϊστορικού νεκροταφείου της περιοχής και άρχισε να χρησιμοποιείται στα τέλη της Μεσοελλαδικής περιόδου (1650 π.Χ.) και αποκαλύφθηκε το 1952. Περιβάλλεται από χτιστό κύκλο διαμέτρου 28μ. και περιλαμβάνει 24 τάφους, από τους οποίους οι 14 είναι βασιλικοί κάθετοι λακκοειδείς και οι υπόλοιποι τετράπλευροι μικροί, λαξευμένοι στο βράχο. Οι κιβωτιόσχημοι είναι μικροί τάφοι σκαμμένοι στο βράχο και περιέχουν συνήθως ένα σκελετό. Οι λακκοειδείς τάφοι είναι μεγαλύτερου μεγέθους, ορθογώνιου σχήματος και οι πλευρές τους είναι επενδυμένες με τοίχους. Οι τάφοι αυτοί περιέχουν αρκετούς σκελετούς. Οι 4 από αυτούς τους τάφους είχαν επιτύμβιες στήλες. Το έθιμο των επιτύμβιων στηλών ως σήμα για την ύπαρξη τάφου, που εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Ελλαδικό χώρο, υιοθετήθηκε από τις επόμενες γενιές και χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα.
Στους λακκοειδείς βρέθηκε πλήθος κτερισμάτων και αντικείμενα, όπως προσωπίδες, χρυσά περιδέραια, όπλα, αγγεία χρυσά, ασημένια, χάλκινα, πήλινα και λίθινα καθώς και σφραγίδες κ.α. Τα σημαντικότερα που βρέθηκαν στο χώρο αυτό είναι μια μοναδική νεκρική προσωπίδα από ήλεκτρο, ένα αγγείο από κρύσταλλο με λαβή σε σχήμα κεφαλής πάπιας και ένας σφραγιδόλιθος με παράσταση γενειοφόρου. Οι λακκοειδείς τάφοι του μυκηναϊκού κόσμου εγκαταλείφθηκαν με την εμφάνιση των λαξευτών θαλαμοειδών και την εξάπλωση των θολωτών τάφων.

Οι μυκηναϊκοί θαλαμωτοί ή θαλαμοειδείς τάφοι έχουν ακανόνιστο σχήμα, λαξεύονται στο μαλακό πέτρωμα στις πλαγιές υψωμάτων και αποτελούνται από δύο τμήματα. Το δρόμο, ο οποίος κατέληγε σε μια θύρα με υπέρθυρο, και τον κυρίως θάλαμο. H είσοδος στο θάλαμο μετά την ταφή φραζόταν με ξερολιθιά, την οποίαν αφαιρούσαν και ξανάχτιζαν για κάθε νέα ταφή. Oι θάλαμοι ήταν διαφόρων μεγεθών και σχημάτων, συνήθως τετράπλευροι και κάποτε στρογγυλοί, και ήταν σκαμμένοι μέσα σε πέτρωμα αρκετά μαλακό ώστε να σκάβεται και αρκετά συμπαγές ώστε να μη βυθίζεται. Κάποιοι απ’ αυτούς περιλάμβαναν και ένα πλευρικό ταφικό δωμάτιο.

Οι θαλαμωτοί ήταν μάλλον οικογενειακοί τάφοι, χρησιμοποιούνταν από τα μεσαία στρώματα του πληθυσμού και κατασκευάζονταν κατά συστάδες σχηματίζοντας νεκροταφεία. Υπάρχουν όμως και αρκετοί μεμονωμένοι θαλαμωτοί τάφοι διασκορπισμένη στην ευρύτερη περιοχή του μυκηναϊκού χώρου. H δυτική πλαγιά του λόφου της ακρόπολης των Μυκηνών, ο λόφος της Παναγίτσας και ολόκληρη η περιοχή βόρεια και δυτικά της είναι κυριολεκτικά διάτρητες από τάφους λακκοειδείς, θαλαμοειδείς και θολωτούς. Συνολικά οι αρχαιολόγοι έχουν σκάψει περισσότερους από 130 τέτοιους τάφους γύρω στην ακρόπολη των Μυκηνών, ο ακριβής αριθμός τους όμως είναι άγνωστος.




Οι αρχαιολόγοι Λέβεντορ, Ντέρπφελντ και Σλήμαν στις Μυκήνες το 1885.



Οι θολωτοί τάφοι είναι υπόγειοι, διαθέτουν δρόμο, καλύπτονται με τεχνητή επίχωση, τον τύμβο, και συγκαταλέγονται χωρίς αμφιβολία στα πιο λαμπρά αρχιτεκτονήματα του Μυκηναϊκού Πολιτισμού. Συνολικά, οι θολωτοί τάφοι που έχουν βρεθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα είναι 120. Οι μεγαλύτεροι απ’ αυτούς θεωρούνται σημαντικά αρχιτεκτονικά επιτεύγματα, καθώς οι θολωτές κατασκευές αντιμετώπιζαν σοβαρά στατικά προβλήματα, όταν η διάμετρός τους ξεπερνούσε τα 6 μ. Συγκεκριμένα το στόμιό τους κινδύνευε να καταρρεύσει από το υπερβολικό βάρος του υπέρθυρου. Μια προστατευτική τεχνική που εφαρμόστηκε για να αποφευχθεί αυτό το πρόβλημα ήταν η επινόηση του ανακουφιστικού τριγώνου, που μετέφερε το βάρος του υπέρθυρου στις παραστάδες και στις πλευρές της θόλου.Πρόκειται για υπόγεια κυκλικά κτίσματα με ισόδομους λίθους και σχήμα κωνικό. Διαθέτουν και αυτοί δρόμο, θύρα και στόμιο. Ο μακρύς δρόμος είναι σκαμμένος οριζόντια στην πλαγιά λόφου και μέσω του στομίου οδηγεί σ’ ένα θάλαμο κυκλικής κάτοψης, στεγασμένο με θόλο. Ο δρόμος ήταν διαμορφωμένος ανάλογα με το μέγεθος και την ποιότητα της κατασκευής των τάφων, ως μια μικρή δίοδος λαξεμένη στο βράχο ή μια επιμελημένη λιθόκτιστη κατασκευή. Τα τοιχώματα του δρόμου είναι κάθετα. Μετά από κάθε ταφή έφραζαν την εξωτερική άκρη (στόμιο) του δρόμου με πέτρες και γέμιζαν το εσωτερικό του με χώμα.

Η είσοδος και ο θάλαμος είναι οικοδομημένοι με ογκόλιθους, άλλοτε πάνω από την επιφάνεια του εδάφους, οπότε σκεπάζονται με χώμα δίνοντας την όψη τύμβου, και άλλοτε σε βαθύ κυκλικό σκάμμα ανοιγμένο στην πλαγιά ενός λόφου. Η είσοδος είναι μνημειακή, με χτιστές παραστάδες, μονολιθικά ανώφλια και υπέρθυρα με ανακουφιστικό τρίγωνο. Η είσοδος των θόλων σφραγιζόταν συνήθως με τοίχο και πολύ σπάνια με θύρα. Ιδιαίτερη επιμέλεια έδιναν στην κατασκευή της πρόσοψης, παρόλο που η είσοδος ήταν μόνο για ένα μικρό διάστημα ορατή, από τη στιγμή της αποπεράτωσης του τάφου μέχριτον πρώτο ενταφιασμό. θόλος είναι χτισμένος με μεγάλες πλάκες τοποθετημένες κατά στρώσεις με τέτοιο τρόπο, ώστε κάθε στρώση να εξέχει λίγο περισσότερο προς το εσωτερικό του θόλου από την αμέσως κατώτερή της (εκφορικό σύστημα), έτσι ώστε το άνοιγμα να στενεύει προς τα πάνω, έως ότου έμενε μόνο μια οπή. Ο μεγάλος λίθος της κορυφής του θόλου, που έκλεινε την οπή, λέγεται «κλειδί», επειδή εξασφαλίζει τη συνοχή σ’ ολόκληρο το οικοδόμημα.




The Citadel of Mycenas.



Οι θόλοι είναι κυκλικοί στην κάτοψη με διάμετρο που ποικίλλει από τα 3,50 μ. έως τα 14,50 μ και, επειδή θυμίζουν εσωτερικά κυψέλη, ονομάζονται και κυψελόσχημοι. Γύρω από τη θόλο συσσωρεύονταν χώματα και πέτρες για να είναι ανθεκτική στις πιέσεις και ενδιαμέσως έμπαινε μια επίστρωση πηλού για στεγανοποίηση. Οι λάκκοι που βρίσκονται στο δάπεδό τους χρησίμευαν ως τάφοι ή ως εγκαταστάσεις για την υποδοχή νεκρικών σπονδών και προσφορών. Στην περίμετρο των θόλων προστίθενται μερικές φορές και ορθογώνιοι θάλαμοι που χρησιμοποιούνταν ως νεκρικοί θάλαμοι. Οι τάφοι καλύπτονταν από ένα τεχνητό λοφίσκο από χώμα και πέτρες, σαν τύμβο, που προστάτευε την κατασκευή από τη φυσική φθορά και μαζί με τη στήλη, που τοποθετούσαν στη συνέχεια, λειτουργούσε και ως ταφικό σήμα. Oι λακκοειδείς τάφοι ανάγονται στην περίοδο 1600-1500 π.X. , οι παλαιότεροι θολωτοί φθάνουν στα 1500 π.X. και εξακολουθούν να κατασκευάζονται έως το 13ο αι. π.X., ενώ οι θαλαμοειδείς είναι περίπου σύγχρονοι με τους θολωτούς, αλλά εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ακόμη και στον 12ο αι. π.X. Γενικά οι τάφοι ήσαν οικογενειακοί. Στο σύνολό τους ανήκουν σε ανθρώπους διαφόρων τάξεων, εποχών και κατηγοριών και δείχνουν την συνέχεια της κατοικήσεως του τόπου καθώς και ότι ο πληθυσμός του ευημερούσε και διέθετε πολύτιμα προσωπικά αντικείμενα, πολλά από τα οποία τα είχαν εισάγει από το εξωτερικό. Κάθε θολωτός τάφος ανήκει σε μια μόνο οικογένεια και μπορεί να θεωρηθεί τάφος ατομικός, προορισμένος για τον ηγεμόνα και τα μέλη της οικογένειάς του. Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για τάφους βασιλικούς ή για τάφους υψηλών αξιωματούχων και αποτελούν ένδειξη εξέχουσας θέσης στην κοινωνική ιεραρχία.

Εννέα θολωτοί τάφοι βρέθηκαν στις Μυκήνες (Τάφος του Αίγισθου, Τάφος Επάνω Φούρνου, Τάφος των Κυκλώπων, Τάφος Παναγιάς, Τάφος Κάτω Φούρνων, Τάφος των Λεόντων, Τάφος των Δαιμόνων, ο Θησαυρός του Ατρέως και ο Τάφος της Κλυταιμνήστρας) και χρονολογούνται μεταξύ 1550 και 1200 π.Χ. , ενώ η απόδοσή τους σε συγκεκριμένα μέλη των μυθολογικών δυναστειών από τον Ερρίκο Σλήμαν είναι εντελώς φανταστική. Έξι από τους εννέα θολωτούς τάφους των Mυκηνών βρίσκονται στις πλαγιές της Παναγίτσας και των γύρω της υψωμάτων, ενώ οι άλλοι τρεις, του Aιγίσθου, της Kλυταιμνήστρας και των Λεόντων, χτίστηκαν στους πρόποδες της ακρόπολης, κοντά στην πύλη των Λεόντων, και βρίσκονται σήμερα εντός του αρχαιολογικού χώρου. Οι παλαιότεροι (Τάφος του Αιγίσθου, Τάφος Επάνω Φούρνου, Τάφος των Κυκλώπων) χρονολογούνται στην περίοδο 1600-1400 π.Χ.. Μια δεύτερη ομάδα (Τάφος Παναγιάς, Τάφος Κάτω Φούρνων, Τάφος των Λεόντων) χρονολογείται στην περίοδο 1400-1300 π.Χ. Στην περίοδο 1300-1200 π.Χ. ανήκουν ο Τάφος των Δαιμόνων, ο Θησαυρός του Ατρέως και ο Τάφος της Κλυταιμνήστρας, που είναι οι νεότεροι.




Κάτοψη της περιοχής των Μυκηνών με τους θολωτούς τάφους: 1. Θησαυρός του Ατρέα 2. Τάφος της Κλυταιμνήστρας 3. Τάφος του Αίγισθου 4. Τάφος των Λεόντων 5. Τάφος των Δαιμόνων 6. Τάφος των Κυκλώπων 7. Τάφος κάτω Φούρνος 8. Τάφος πάνω Φούρνος 9. Τάφος της Παναγίτσας



Κάτοψη της περιοχής των Μυκηνών με τους θολωτούς τάφους.

1. Θησαυρός του Ατρέα 2. Τάφος της Κλυταιμνήστρας 3. Τάφος του Αίγισθου 4. Τάφος των Λεόντων 5. Τάφος των Δαιμόνων 6. Τάφος των Κυκλώπων 7. Τάφος κάτω Φούρνος 8. Τάφος πάνω Φούρνος 9. Τάφος της Παναγίτσας



Ο θησαυρός του Ατρέα

Ο θησαυρός του Ατρέα που παλιότερα τον ονόμαζαν και τάφο του Αγαμέμνονα είναι το πιο μνημειώδες κτίσμα της μυκηναϊκής εποχής και διατηρείται σε άριστη κατάσταση. Πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους και τελειότερους μυκηναϊκούς θολωτούς τάφους και τον πιο εντυπωσιακό από τους 9, που συνολικά έχουν βρεθεί στις Μυκήνες. Δέσποζε στα ΝΔ της ακρόπολης των Μυκηνών, επάνω στον οδικό άξονα που συνέδεε τις Μυκήνες με το Ηραίο του Άργους. Χρονολογείται μεταξύ 1350-1250 π.Χ. και θεωρείται μαζί με την Πύλη των Λεόντων, με την οποίαν είναι σύγχρονος, από τα λαμπρότερα και εντυπωσιακότερα δείγματα της μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής στην εποχή της ακμής της. Χρησιμοποιήθηκε για την ταφή κάποιου σημαντικού μέλους της βασιλικής οικογένειας των Μυκηνών και από την εποχή του περιηγητή Παυσανία (2ος αιώνας μ.Χ.), οι κάτοικοι της περιοχής γνώριζαν το μνημείο ως «θησαυρό του Ατρέα», δηλαδή ως θησαυροφυλάκιο του ιδρυτή της μυθικής μυκηναϊκής ακρόπολης .

Σχεδιαστική τομή του θησαυρού του Ατρέως




Σχεδιαστική τομή του θησαυρού του Ατρέως



Ένας δρόμος λαξευμένος στο βράχο με μήκος 36μ. και πλάτος 6μ. οδηγεί στην είσοδο του τάφου, που έκλεινε με μια ξύλινη, δίφυλλη και πιθανόν επενδυμένη με χαλκό θύρα. Η πρόσοψη έχει ύψος 10,50μ., ενώ η είσοδος έχει ύψος 5,40μ. και πλάτος 2,66μ. στο κάτω μέρος της και 2,46 επάνω. Ήταν διακοσμημένη με ημικίονες, από τους οποίους σήμερα σώζονται μόνο οι τετράγωνες βάσεις δεξιά και αριστερά από την είσοδο. Το υπέρθυρο της εισόδου αποτελούν δύο τεράστιοι λίθοι, από τους οποίους ο εσωτερικός έχει μήκος 8 μ., πλάτος 5 μ. και βάρος περίπου 120 τόνων. O δρόμος του τάφου ντύθηκε με λείους προσεκτικά κομμένους και καλοταιριασμένους ογκολίθους σε οριζόντιες ισοδομικές στρώσεις, που συνεχίζονται στην πρόσοψη και στη θόλο. Πρόκειται για ξηρολιθιά με λίθινους όγκους τέλεια προσαρμοσμένους μεταξύ τους, χωρίς συγκολλητικό υλικό. Μερικοί έχουν τεράστιες αναλογίες και ένας έχει μήκος 6 μέτρα και 1,2 μέτρα ύψος. Το βάθος της εισόδου είναι 5,20μ. Στις δύο πλευρές της εισόδου διατηρούνται βάσεις, όπου στηρίζονταν ημικιόνια. Στην κορυφή υπάρχει ανακουφιστικό τρίγωνο, που χρησίμευε για την εξουδετέρωση των πιέσεων. Γλυπτή διακόσμηση, που σήμερα δεν υπάρχει, κάλυπτε το ανώτερο τμήμα της και το άνοιγμα του ανακουφιστικού τριγώνου.


Ο θησαυρός του Ατρέα

Κατόπιν εισερχόμαστε στο μεγάλο θάλαμο, ο οποίος είναι στρογγυλός με μια θόλο ύψους 13,30 μέτρων και διαμέτρου 14,60 μέτρων, καλύπτεται με κυψελοειδή θόλο και είναι κτισμένος με 33 αλλεπάλληλες σειρές από λείους επιμήκεις λίθους, τέλεια συναρμολογημένους κατά το εκφορικό σύστημα, ώστε ο καθένας να εξέχει ελάχιστα από τον κατώτερο και να στενεύει προς την κορυφή, για να καταλήξει σε ένα στενό άνοιγμα. Ο τελευταίος λίθος, το «κλειδί», φράζει την οπή στην κορυφή της θόλου εξασφαλίζοντας την ισορροπία και τη συνοχή της. Το εσωτερικό της θόλου διακοσμούσαν χάλκινοι ρόδακες στους αρμούς των λίθων, από τους οποίους έχουν παραμείνει στη θέση τους μόνο τα καρφιά από την τρίτη σειρά και επάνω. Στη βόρεια πλευρά της θόλου ανοίγεται μικρός, ορθογώνιος, πλευρικός θάλαμος, λαξευμένος στο βράχο (6,50Χ6 μ. και 5 μ. ύψος), όπου έμπαινε κανείς από στενή είσοδο με ανακουφιστικό τρίγωνο στο υπέρθυρο. Στο δάπεδο του θαλάμου, που είναι φυσικός βράχος, ήταν λαξευμένοι δύο λάκκοι, ενώ δύο λίθινες βάσεις δείχνουν ότι και εδώ υπήρχαν κίονες. Η όλη κατασκευή πάνω από τη θόλο καλυπτόταν με τύμβο, που δημιουργήθηκε με τη συσσώρευση χωμάτων και στηριζόταν στη βάση του περιμετρικά με τοίχο κτισμένο στην πρόσοψη με ορθογώνιους πωρόλιθους.

Oι αρμονικές αναλογίες, που παρά το κολοσσιαίο του μέγεθος τον συγκρατούν στην ανθρώπινη κλίμακα, η επιβλητική και κομψή πρόσοψή του, η αγέρωχη ανάταση της εσωτερικής του καμπύλης και η θαυμάσια ποιότητα της κατασκευής του τον κατατάσσουν στα λαμπρότερα ταφικά μνημεία όλων των αιώνων. Ο επισκέπτης βλέποντας την είσοδο του τάφου αναλογίζεται τη δύναμη των βασιλιάδων, που έχτιζαν τέτοια επιβλητικά μνημεία στην εποχή του χαλκού, και αναρωτιέται πόσους θησαυρούς έθαβαν μαζί με τους άρχοντες στα επιβλητικά αυτά κοιμητήρια. Το μνημείο αυτό μετά τη μυκηναϊκή εποχή δε χρησιμοποιήθηκε πια ως τάφος. Όταν τον επισκέφθηκε ο Παυσανίας το 2ο αιώνα μ.Χ., είχε ήδη λεηλατηθεί και ήταν εν μέρει καταχωμένος. Στους επόμενους αιώνες κάποιοι βοσκοί τον χρησιμοποιούσαν ως καταφύγιο και αφαίρεσαν το «κλειδί», για να έχει διέξοδο ο καπνός από τις φωτιές τους, που άφησε τα ίχνη του στις παρειές της θόλου.




Θολωτός τάφος



Ο τάφος της «Κλυταιμνήστρας»

Ο θολωτός τάφος, που είναι γνωστός με το συμβατικό όνομα “τάφος της Κλυταιμνήστρας”, είναι ο νεότερος από τους τάφους των Μυκηνών, ο δεύτερος σε μέγεθος μετά τον τάφο του Ατρέα και απλούστερος στην κατασκευή του. Βρίσκεται έξω από την Ακρόπολη, αλλά εντός του αρχαιολογικού χώρου των Μυκηνών, είναι λίγο μεταγενέστερος από το “Θησαυρό του Ατρέως” και χρονολογείται γύρω στα 1220 π.Χ.


Ο τάφος της «Κλυταιμνήστρας»

Ο τάφος αυτός καλά κρυμμένος, έμεινε αθέατος στους μυκηναϊκούς και ιστορικούς χρόνους και ένα μικρό ελληνιστικό θέατρο κτίσθηκε στην επίχωση του δρόμου του. Μια σειρά από τα καθίσματα του θεάτρου διατηρείται μέχρι σήμερα δεξιά και αριστερά του δρόμου του τάφου. Έμεινε άγνωστος μέχρι το 1809 και ανακαλύφτηκε τυχαία από τους χωρικούς, που έχτιζαν το υδραγωγείο του Χαρβατιού, όπως λεγόταν τότε το σημερινό χωριό Μυκήνες. Το υδραγωγείο πέρασε τυχαία πάνω από τη θόλο του τάφου και βρέθηκε η πλάκα, που κάλυπτε το άνοιγμα της κορυφής του. Ο τότε πασάς του Ναυπλίου Βελή έδωσε διαταγή να γκρεμίσουν το ψηλότερο τμήμα της θόλου και από εκεί άδειασαν τον τάφο. Αν και δε γνωρίζουμε τι βρήκαν, η φαντασία των χωρικών δημιούργησε το μύθο των θησαυρών, που για τη μεταφορά τους χρειάστηκαν πολλά ζώα.

Αφού καταστράφηκε και συλήθηκε από τον Βελή πασά του Ναυπλίου, οι βροχές και οι κακοκαιρίες αποτελείωσαν το έργο, έως ότου το 1951 αναστηλώθηκε από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Τώρα φαίνεται όπως πραγματικά ήταν, εφάμιλλος του “Θησαυρού του Ατρέως” με την εξαιρετική του κατασκευή, τον ωραίο δρόμο και τη μεγαλοπρεπή είσοδο. Ο δρόμος του έχει μήκος 37μ. και πλάτος 6μ. Τα πλευρά του δρόμου είναι ντυμένα με κανονικά κομμένους ισοϊψείς δόμους, όπως και η θόλος. H πρόσοψή της έχει θύρα με τριπλό κατώφλι και κουφιστικό τρίγωνο φραγμένο εξωτερικά με γλυπτές λίθινες πλάκες και εσωτερικά με ελαφρό ξερότοιχο. Ήταν πλαισιωμένη με ραβδωτά ημικιόνια από γυψόλιθο από τα οποία σώθηκαν στη θέση τους μόνο οι βάσεις. Ελάχιστα στοιχεία σώζονται από τον γλυπτό διάκοσμο της πρόσοψης. Το στόμιο με μήκος 5,40 μ. έκλεινε με δίφυλλη θύρα, όπως δείχνουν οι κοιλότητες της στρόφιγγας στο υπέρθυρο.

Ο θάλαμός του έχει διάμετρο 13,50μ. και το ύψος της μετά την αναστήλωσή της φτάνει τα 13 μ. Μέχρι το ύψος των 8,55 μ. η θόλος διατηρείται στην αρχική της μορφή. Το ανακουφιστικό τρίγωνο στο εσωτερικό του θαλάμου κλείνει με τοίχο. Αξιοσημείωτο είναι ότι έχει σύστημα αποχέτευσης των ομβρίων. Δε γνωρίζουμε ποιοι τάφηκαν σ’ αυτό το μνημείο, αλλά η φαντασία των χωρικών του χάρισε το όνομα της βασίλισσας Κλυταιμνήστρας.



Ο τάφος του Αίγισθου

Πολύ κοντά στον τάφο της Κλυταιμνήστρας, προχωρώντας στα νότια και αριστερά στο μονοπάτι, σε βαθύτερο επίπεδο, συναντάμε έναν άλλο τάφο, που είναι γνωστός με το όνομα τάφος του Αιγίσθου. Η ονομασία και αυτού του τάφου είναι συμβατική.


Ο τάφος του Αίγισθου

Ο τάφος του Αιγίσθου ανήκει στον πρώτο τύπο των θολωτών και ίσως χτίστηκε στο 1500 π.Χ. Το ύψος της θόλου του υπολογίζεται στα 14,50 μ. και για την κατασκευή της χρησιμοποιήθηκαν μικρότεροι λίθοι. Ο θάλαμος έχει διάμετρο γύρω στα 13,50 μ. Η κορυφή του θόλου και του τάφου αυτού έχει καταρρεύσει έως το ύψος των 8μ. Μόνο από το τμήμα που έχει απομείνει διδασκόμαστε τον τρόπο της κατασκευής της θόλου. Είναι χτισμένη από ξερολιθιά, αλλά με μεγαλύτερες πέτρες και είναι ο μόνος από τους τάφους της εποχής του (Kυκλώπειος, Eπάνω Φούρνος, Aίγισθος) που διατήρησε την ανωδομή της προσόψής του. Ο δρόμος του λαξευμένος σε μαλακό φυσικό πέτρωμα έχει πλάτος 4-5 μ. και μήκος 22 μ. Αργότερα τα τοιχώματα του δρόμου επενδύθηκαν στα σημαία που το πέτρωμα ήταν χαλαρό και κατασκευάστηκε μία δεύτερη πρόσοψη από αμυγδαλόπετρες και πωρόλιθους, που σκέπασε την παλιά και που διατηρείται σήμερα μόνο στην δεξιά παραστάδα. O τάφος είχε συληθεί ήδη κατά τους ελληνιστικούς χρόνους. Τα τελευταία χρόνια έγιναν έργα για τη διαμόρφωση των πρανών του δρόμου, την καθαίρεση σαθρών τμημάτων της λιθοδομής του θόλου και τη στερέωση του στομίου, επειδή διαπιστώθηκε ότι υπάρχει έντονη παραμόρφωση και απόκλιση περίπου 28 εκ. από την κατακόρυφο της δυτικής και ανατολικής ακμής των εσωτερικών παραστάδων και είχαν θραυστεί οι δυο από τους 3 μεγαλίθους στο υπέρθυρο του στομίου. Ο τάφος πήρε αυθαίρετα το όνομα του Αίγιστου, ο οποίος έζησε γύρω στο 1200 π.Χ., ενώ ο τάφος χρονολογείται στο 1500 π.Χ.


Ο τάφος των Λεόντων




Ο τάφος των Λεόντων

Ο τρίτος θολωτός τάφος που βρίσκεται εντός του σημερινού αρχαιολογικού χώρου των Μυκηνών είναι ο λεγόμενος τάφος των Λεόντων, βόρεια από την είσοδο του αρχαιολογικού χώρου, στο δρόμο που οδηγεί στο σημερινό μουσείο των Μυκηνών και σε μικρή απόσταση απ’ αυτό. Η ονομασία του είναι συμβατική και οφείλεται πιθανότατα στο γεγονός ότι βρέθηκε πολύ κοντά στην πύλη των Λεόντων. Χρονολογείται στο 1350 π.X. και έχει δρόμο με επένδυση από ισοδομικούς πωρόλιθους. Το ανώφλι του είναι τετραπλό από αμυγδαλόπετρες, ενώ εσωτερικά, στο πλευρό της εισόδου και σε μία ζώνη στα θεμέλια, είναι χτισμένος με ισοδομικούς κροκαλοπαγείς ογκολίθους. Οι 4 αυτοί θολωτοί τάφοι των Μυκηνών είναι οι γνωστότεροι, γιατί βρίσκονται μέσα στο σημερινό αρχαιολογικό χώρο οι τρεις απ’ αυτούς (Αίγισθου, Κλυταιμνήστρας, Λεόντων) και στην ανατολική πλαγιά του λόφου της Παναγίτσας, αριστερά του δρόμου που οδηγεί στον αρχαιολογικό χώρο, ο τέταρτος και πιο γνωστός, ο θησαυρός του Ατρέα. Οι υπόλοιποι 5 σωζόμενοι θολωτοί τάφοι των Μυκηνών παραμένουν άγνωστοι στους πολλούς, γιατί βρίσκονται στη δυτική πλαγιά του λόφου της Παναγίτσας μέσα στους ελαιώνες της περιοχής. Η προσπέλαση σε τρεις απ’ αυτούς γίνεται από τον αγροτικό ασφαλτόδρομο, που ξεκινάει από το κέντρο του σημερινού οικισμού των Μυκηνών ή από το σημερινό νεκροταφείο των Μυκηνών και διασχίζει τον ελαιώνα στη δυτική πλαγιά του λόφου της Παναγίτσας με κατεύθυνση βορειοδυτικά. Σε απόσταση 1.000 περίπου μέτρων από τη μια ή την άλλη αφετηρία του δρόμου βρίσκονται ο τάφος των Δαιμόνων και ο τάφος των Κυκλώπων.


O Tάφος των Δαιμόνων




O Tάφος των Δαιμόνων

Πρόκειται για σπουδαίο μνημείο, που χτίστηκε την ίδια περίοδο (μέσα 13ου αι. π.X.) με τους τάφους του Aτρέα και της Kλυταιμνήστρας και διατηρεί ανέπαφη τη θόλο του. Βρίσκεται μέσα στον ελαιώνα, 50 περίπου μέτρα πάνω από το δρόμο, χωρίς όμως να είναι ορατός από το δρόμο και, καθώς δεν υπάρχει καμιά σήμανση, είναι αδύνατο να τον εντοπίσει κανείς, αν δεν τον ξέρει, όσες φορές και αν περάσει από το δρόμο αυτό. O Tάφος των Δαιμόνων είναι ο παλαιότερος και ο μικρότερος της ομάδας αυτής και από τους πιο καλά διατηρημένους. Ένας δρόμος μήκους 15 μέτρων και πλάτους 3 μέτρων οδηγεί στην είσοδο του τάφου, που έχει 3 μέτρα βάθος και 3 μέτρα ύψος και είναι χτισμένη με 8 σειρές κανονικούς λίθους. Tα πλευρά του δρόμου του έχουν επένδυση από μικρές, σχετικά ακατέργαστες πέτρες, οι παραστάδες της προσόψεως είναι χτισμένες από τετραγωνισμένους, ισοδομικά τοποθετημένους αμυγδαλόλιθους και το στόμιό του φραζόταν από ξύλινη θύρα. Το υπέρθυρο αποτελείται από 2 ογκόλιθους από αμυγδαλόπετρα. H θόλος του έχει διάμετρο. 8,40 μέτρα και αποτελείται από 27 συμμετρικά κομμένες ισοδομικές στρώσεις από αμυγδαλόλιθο, προσαρμοσμένες στην εσωτερική καμπύλη της. Στο δάπεδο του θαλάμου διακρίνονται σκαμμένοι τάφοι, όπου είχαν τοποθετηθεί νεκροί. Tο κουφιστικό τρίγωνο είναι φραγμένο εμπρός από πλάκες με το ίδιο υλικό. Οι χωρικοί τον ονομάζουν και τάφο του Ορέστη, αλλά δεν είναι ο τάφος εκείνου του βασιλιά, γιατί χτίστηκε στο πρώτο μισό του 13ου αι. π.Χ., ενώ ο Ορέστης βασίλεψε στις αρχές του 12ου αιώνα.



Ο τάφος των Κυκλώπων




Ο τάφος των Κυκλώπων

Στο ίδιο σημείο και σε απόσταση 40 περίπου μέτρων νοτιότερα του τάφου των Δαιμόνων βρίσκονται τα ερείπια του τάφου των Κυκλώπων. Οι τοίχοι του δρόμου, που οδηγεί στον τάφο, έχουν καταρρεύσει, όπως και η είσοδος του τάφου, που τη φράζουν οι ογκόλιθοι του υπέρθυρου. Ο θάλαμος με διάμετρο 9 περίπου μέτρα διατηρεί τους τοίχους του από ακατέργαστες σχετικά πέτρες, που δείχνουν ότι ο τάφος χρονολογείται στην πρώιμη περίοδο (1600- 1400 π.Χ.). Η θόλος του έχει καταρρεύσει, όπως και ένα κομμάτι του τοίχου στη βορειοδυτική πλευρά του θαλάμου. Πολλές από τις πέτρες του τάφου είναι σωρευμένες ως μαντρότοιχοι δεξιά και αριστερά του δρόμου του! Επανερχόμενος στον ασφαλτόδρομο ο επισκέπτης έχει την ευκαιρία να δει Δεξιά και αριστερά του δρόμου θαλαμωτούς τάφους και λακκοειδείς τάφους, οι οποίοι παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Ο τάφος κάτω Φούρνος




Ο τάφος κάτω Φούρνος

Συνεχίζοντας τον ασφαλτόδρομο και σε απόσταση 500 περίπου μέτρων από το σημείο που βρίσκονται οι δυο αυτοί τάφοι συναντάμε 30 μέτρα αριστερά του δρόμου μέσα στις ελιές τον τάφο κάτω Φούρνος. Ανήκει στη δεύτερη ομάδα και είναι σύγχρονος με τον τάφο των Λεόντων και τον τάφο της Παναγίτσας (1400-1300 π.Χ.). Ο δρόμος που οδηγεί στην είσοδο έχει μήκος 12 μέτρα και πλάτος 3 μέτρα με τις πλευρές του χτισμένες με μεγάλους παραλληλόγραμμους λίθους που, επειδή κινδυνεύουν να καταρρεύσουν, έχουν στηριχτεί με ξύλινες αντηρίδες από την αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία τα τελευταία χρόνια. Η είσοδος του τάφου, χτισμένη με παρόμοιους με το δρόμο, αλλά μεγαλύτερους λίθους, έχει μήκος 3,50 μέτρα και ύψος 4 μέτρα και διατηρεί στην κορυφή της το υπέρθυρο, που αποτελείται από 2 μεγάλους αμυγδαλωτούς ογκόλιθους και έναν μικρότερο. Ο θάλαμος έχει διάμετρο 10 περίπου μέτρων και είναι χτισμένος από μικρότερους κανονικού σχήματος λίθους σε 25 σειρές μέχρι το ύψος του υπέρθυρου.


Ο τάφος πάνω φούρνος




Ο τάφος πάνω φούρνος

Βρίσκεται στη δυτική πλαγιά του λόφου της Παναγίτσας και είναι προσβάσιμος από ένα χωματόδρομο, που ξεκινάει από τη νοτιοδυτική άκρη του πάρκινγκ των Μυκηνών απέναντι από την σημερινή είσοδο του αρχαιολογικού χώρου, κατηφορίζει ως τον τάφο και συνεχίζει περνώντας από την ανατολική πλευρά του τάφου. Χρονολογείται στους παλαιότερους τάφους και είναι χτισμένος την ίδια εποχή με εκείνον του Αιγίσθου και των Κυκλώπων, την περίοδο 1600-1400 π.Χ. Ο διάδρομος με προσανατολισμό νοτιοανατολικό έχει μήκος 14 περίπου μέτρα και ήταν χτισμένος με ξερολιθιά, που στο μεγαλύτερο μέρος της έχει καταρρεύσει και είναι σήμερα αδιάβατος, αφού είναι γεμάτος μπάζα και αγριόχορτα. Η είσοδος είναι στενή σε σχέση με τους υπόλοιπους τάφους (1,5-2 μέτρα), αλλά το ύψος της φτάνει τα 4 μέτρα. Στην κορυφή της διατηρείται 1 μεγάλος και 1 μικρότερος ογκόλιθος, που αποτελούσαν το υπέρθυρο μαζί με 1 ακόμα μεγάλο ογκόλιθο, που βρίσκεται πεσμένος στο εσωτερικό του θαλάμου. Ο θάλαμος έχει διάμετρο 12 περίπου μέτρα και είναι χτισμένος με ακανόνιστους λίθους, που στερεώνονται με μικρές σφήνες και λάσπη, δείγμα της παλαιότερης αρχιτεκτονικής των μυκηναϊκών τοιχών.



Ο τάφος της Παναγίτσας




Ο τάφος της Παναγίτσας

Βρίσκεται κι αυτός στη δυτική πλαγιά του λόφου της Παναγίτσας, κάτω ακριβώς από το σημερινό εξωκλήσι, που βρίσκεται στην κορυφή του λόφου και από το οποίο προφανώς πήρε το όνομά του και ο λόφος και ο συγκεκριμένος τάφος. Ανήκει στη δεύτερη ομάδα τάφων και είναι σύγχρονος με τους τάφους του Kάτω Φούρνου και των Λεόντων, που ανάγονται στο 1450 π.X. περίπου. Είναι κατασκευασμένος από μεγαλύτερες και κανονικότερες πέτρες, με ανώφλια κομμένα, ώστε να προσαρμόζονται στην εσωτερική καμπύλη της θόλου. Είχε κι αυτός κουφιστικό τρίγωνο, πρόσοψη από πελεκημένους ισοδομικούς αμυγδαλόλιθους και δρόμο με επένδυση ξερολιθιάς. Οι 5 τελευταίοι τάφοι στη δυτική πλαγιά του λόφου της Παναγίτσας είναι εγκαταλελειμμένοι, άγνωστοι στους περισσότερους, χαμένοι μέσα σε κτήματα με ελιές και χρειάζεται σίγουρα οδηγό όποιος επιθυμεί να τους επισκεφτεί. Είναι δύσκολο να κατανοήσει και να εξηγήσει κανείς την αδιαφορία των υπευθύνων γι αυτά τα τόσο σημαντικά μνημεία, που έχουν αφεθεί στην τύχη τους και στη φθορά του χρόνου. Χωρίς σήμανση και χωρίς συντήρηση καταρρέουν απροστάτευτα, ενώ κακοποιήθηκαν από περαστικούς και ντόπιους και πολλές φορές οι πέτρες τους χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή μαντρότοιχων από τους ιδιοκτήτες των κτημάτων, μέσα στα οποία βρίσκονται, αφού έχουν κηρυχθεί ως προστατευόμενοι αρχαιολογικοί χώροι, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχουν απαλλοτριωθεί και κινδυνεύουν από την εγκατάλειψη, τη βλάστηση και την υγρασία.

Οι μεγαλοπρεπείς και επιβλητικές αυτές ταφικές κατασκευές αποτυπώνουν την επιθυμία των ανθρώπων να τοποθετούν το νεκρό σε μια μνημειώδη κατασκευή αντίστοιχη με την επίγεια κατοικία του. Οι θολωτοί τάφοι της μυκηναϊκής εποχής, που συγκαταλέγονται χωρίς αμφιβολία στα πιο λαμπρά αρχιτεκτονικά επιτεύγματα του Μυκηναϊκού Πολιτισμού, αντιπροσωπεύουν για την Ελλάδα ό,τι εκπροσωπούν για την Αίγυπτο οι πυραμίδες. Οι μνημειώδεις διαστάσεις, αντοχή στο χρόνο, προηγμένη τεχνολογία, την αγωνία του ανθρώπου να χτίσει μια άφθαρτη αιώνια κατοικία και να προβάλει ένα σύμβολο επίγειας ισχύος και γοήτρου. Είναι τα μεγαλύτερα θολωτά μνημεία του αρχαίου κόσμου, που το ύψος τους ξεπεράστηκε μόνο με την κατασκευή του Πάνθεον στη Ρώμη. Η χρήση των θολωτών τάφων σταματάει κατά την Υστεροελλαδική ΙΙΙΓ (1300-1200 π.Χ.) περίοδο. Από το διάστημα αυτό και μέχρι το τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου επικρατούν οι θαλαμοειδείς τάφοι μαζί με επιβιώσεις παλαιότερων ταφικών τύπων, μάλλον επειδή οι νέες οικονομικές συνθήκες δεν επέτρεπαν την κατασκευή τόσο περίπλοκων ταφικών μνημείων.

 Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού