Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Αρχαία Ελλάδα η Κοιτίδα της Μαθηματικής Σκέψης


Ολόκληρος ο δυτικός πολιτισμός γεννήθηκε και αναπτύχθηκε έχοντας ως βάση τον τρόπο σκέψης που χάραξαν, διαμόρφωσαν και δίδαξαν οι αρχαίοι Έλληνες. Για πρώτη φορά στην αρχαία Ελλάδα ο νους δεν ικανοποιείται με τις μυθολογικές ερμηνείες του κόσμου. Ο μελετητής δεν αρκείται να δώσει πρακτικές απαντήσεις στα προβλήματα, αλλά προσπαθεί να επεκταθεί παραπέρα σε όλα τα νοητά αντίστοιχα προβλήματα, να οδηγηθεί σε γενικεύσεις και σε αφαιρέσεις, να οικοδομήσει τον ορθό λόγο για να διατυπώσει με σαφήνεια έννοιες, ορισμούς και νόμους γενικούς. Αυτή η μετάβαση από το μύθο στο λόγο, στην επιστημονική σκέψη, ήταν ένα θαύμα, μια τομή, μια επανάσταση. Η Φιλοσοφία γεννήθηκε τον 6ο π.Χ. αιώνα στην Ιωνία και η εξάπλωσή της στις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις ήταν η απαρχή μιας λαμπρής πορείας του ελληνικού πνεύματος στην αναζήτηση της αλήθειας, όχι για να εξυπηρετήσει πρακτικές ανάγκες, αλλά για να ικανοποιήσει πνευματικές ανησυχίες και αναζητήσεις.

Τα Μαθηματικά ήταν ένα ευρύτατο πεδίο πνευματικής αναζήτησης γι' αυτό ασχολήθηκαν μαζί τους όλοι σχεδόν οι φιλόσοφοι εκείνης της εποχής. Η απόδειξη, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πορεία εξέλιξης των Μαθηματικών, ξεκίνησε από τον Θαλή, αναπτύχθηκε από τον Πυθαγόρα και τους Πυθαγόρειους, συστηματοποιήθηκε από τον Πλάτωνα και κυρίως από τον Αριστοτέλη, χρησιμοποιήθηκε σε περισσότερο τελειοποιημένη μορφή από τον Ευκλείδη και θα μπορούσαμε να πούμε ότι τελειοποιήθηκε από τον Αρχιμήδη. Η σύλληψη της ιδέας της αξιωματικής θεμελίωσης οφείλεται στους αρχαίους Έλληνες. Κλασικό παράδειγμα είναι η Ευκλείδεια Γεωμετρία. Στοιχεία όμως αξιωματικής θεμελίωσης βρίσκουμε και σε άλλα αρχαία ελληνικά κείμενα. Οι Πυθαγόρειοι π.χ. είχαν διευκρινίσει ότι η αποδεικτική διαδικασία πρέπει να έχει κάποια δεδομένα (τις υποθέσεις), και κάποιους αρχικούς συλλογισμούς. Ο Αριστοτέλης επίσης μας δίνει όλα τα στοιχεία μιας αξιωματικής θεμελίωσης. Αναφέρεται στις αρχικές έννοιες, -τις θέσεις, όπως τις ονομάζει- στους ορισμούς, στα αξιώματα, στην αποδεικτική διαδικασία και στην απόδειξη. Η αξιωματική θεμελίωση που ανέπτυξαν οι αρχαίοι Έλληνες είναι ίδια με εκείνη που χρησιμοποιούμε σήμερα.

Η Θεωρία Αριθμών είναι ένας άλλος τομέας που η επινόησή του οφείλεται στους Έλληνες. Για την ανάπτυξη αυτής της θεωρίας σημαντική ήταν η συμβολή των Πυθαγορείων, του Πλάτωνα στην Ακαδημία, καθώς και του Ευκλείδη με το έργο του «Στοιχεία». Καθοριστική ήταν επίσης συμβολή του Αρχιμήδη και του Διόφαντου. Η Γεωμετρική Άλγεβρα είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των αρχαίων ελληνικών Μαθηματικών. Οι Έλληνες έλυναν πολλά προβλήματα της Αριθμητικής με τη βοήθεια της Γεωμετρίας, αλλά και πολλά γεωμετρικά προβλήματα με τη χρησιμοποίηση αριθμητικών υπολογισμών. Υπήρχαν έννοιες που μπορούσαν να θεωρηθούν και αριθμητικές και γεωμετρικές. Π.χ. οι αναλογίες, καθώς και η λύση των εξισώσεων μπορούν να θεωρηθούν ως κοινό μέρος της Αριθμητικής και της Γεωμετρίας. Η Ανάλυση, που είναι σήμερα ο σημαντικότερος κλάδος των βασικών Μαθηματικών, έχει την αφετηρία της στην αρχαία Ελλάδα. Π.χ. ο Δημόκριτος καθόρισε την έννοια του απειροστού μεγέθους και έκαμε διάκριση μεταξύ φυσικού απειροστού (άτομο) και μαθηματικού απειροστού. Στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη υπάρχει η έννοια του απείρου και του συνεχούς μεγέθους. Τα παράδοξα του Ζήνωνα περιέχουν την έννοια του ορίου, της συνέχειας, καθώς και του αθροίσματος των απείρων όρων μιας ακολουθίας.

Στα έργα των Πυθαγορείων, του Ευδόξου και του Αρχιμήδη υπάρχουν τόσα και τέτοια στοιχεία μαθηματικής Ανάλυσης, ώστε τα έργα αυτά σήμερα θεωρούνται ως οι πρωτοπόροι της δημιουργίας του διαφορικού και του ολοκληρωτικού λογισμού. Η Γεωμετρία είναι καθαρά ελληνική επιστήμη. Ο Ευκλείδης με τα Στοιχεία του οδηγεί τον τρόπο σκέψης της ανθρωπότητας για 2.300 χρόνια. Η Αστρονομία ως επιστήμη βρήκε επίσης πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης στην αρχαία Ελλάδα. Ο Θαλής, ο Πυθαγόρας και οι Πυθαγόρειοι είχαν κάνει αρκετές αστρονομικές παρατηρήσεις και μετρήσεις. Είναι γνωστή η θεωρία του Αρίσταρχου του Σαμίου για τις κινήσεις της Γης. Ο Αρχιμήδης κατασκεύασε αρκετά αστρονομικά όργανα, με τα οποία υπολόγιζε το μέγεθος της Γης, της Σελήνης και του Ηλίου, την απόσταση της Γης από τον Ήλιο και τους πλανήτες, το μήκος της τροχιάς της Γης κ.λπ. Το έργο του Πτολεμαίου και του Ιππάρχου υπήρξε πηγή αναφοράς για όλους τους μεταγενέστερους αστρονόμους.

Έτσι, η αρχαία Ελλάδα υπήρξε η κοιτίδα όχι μόνο της μαθηματικής σκέψης αλλά και της επιστημονικής σκέψης γενικότερα.

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Θεμιστοκλή Βιογραφία και η Ναυμαχία του Αρτεμισίου





Ο Θεμιστοκλής του Νεοκλέους ηταν ο κυριότερος συντελεστής της νίκης των Ελλήνων εναντίον των Περσών στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ.Ηταν πολιτικός και στρατηγός και υπήρξε αρχηγός της δημοκρατικής παράταξης στην κλασική Αθήνα.Ελαβε μέρος στη Μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ. και στη Ναυμαχία του Αρτεμισίου το 480 π.Χ.. Έμεινε όμως και γνωστός ως ο θεμελιωτής της ναυτικής δύναμης της Αθήνας που σηματοδότησε την αρχή του τέλους της περσικής παρουσίας στη Μεσόγειο.

Οταν γεννήθηκε ο Θεμιστοκλής το 527 π.Χ., πέθανε ο τύραννος Πεισίστρατος και τον διαδέχτηκαν οι γιοι του Ίππαρχος και Ιππίας.Το 514 π.Χ.ο Ίππαρχος δολοφονήθηκε και σε απάντηση αυτής ο Ιππίας για να κρατηθεί στην εξουσία ,έγινε παρανοϊκός και άρχισε να βασίζεται όλο και περισσότερο στα ξένα συμφέροντα..Λιγο αργοτερα ο Κλεισθένης, ανέτρεψε τον Ιππία και εγκαθίδρυσε τη δημοκρατία. Το νέο σύστημα διακυβέρνησης στην Αθήνα άνοιξε έναν πλούτο ευκαιριών για άνδρες σαν τον Θεμιστοκλή, οι οποίοι στο παρελθόν δεν είχαν πρόσβαση στην εξουσία. Η ικανότητά του ως δικηγόρος και επιδιαιτητής στην υπηρεσία του απλού λαού, προσέδωσε στον Θεμιστοκλή μεγάλη δημοτικότητα.

Ο Θεμιστοκλής εκλέχθηκε άρχων το 493 π.Χ. και έθεσε ως κύριο στόχο την ανάδειξη της Αθήνας ως κυρίαρχη ναυτική δύναμη. Υπό την καθοδήγησή του, οι Αθηναίοι άρχισαν την κατασκευή ενός νέου λιμανιού στον Πειραιά, που θα αντικαταστούσε αυτό του Φαλήρου.Με τη δύναμη της βάσης του να έχει εδραιωθεί μεταξύ των φτωχών, ο Θεμιστοκλής κάλυψε το κενό που άφησε ο θάνατος του Μιλτιάδη το 489 π.Χ., κι εκείνη τη δεκαετία έγινε ο πολιτικός με τη μεγαλύτερη επιρροή στην Αθήνα. Ωστόσο, η υποστήριξη της αριστοκρατίας άρχισε να συγκεντρώνεται γύρω από τον άνθρωπο που θα γινόταν ο σημαντικότερος πολιτικός αντίπαλος του Θεμιστοκλή: τον Αριστείδη, τον επονομαζόμενο Δίκαιο.

Το 483 π.Χ. ανακαλύφθηκε στη Μαρώνεια του Λαυρίου μία νέα φλέβα αργύρου, αξίας 100 ταλάντων. Σε τέτοιες περιπτώσεις ένα μέρος των χρημάτων, συνήθως το 1/10, αφιερωνόταν στους θεούς και το υπόλοιπο διανέμονταν στους πολίτες. Υπέρμαχος αυτής της παραδοσιακής επιλογής ήταν ο Αριστείδης.

Ο Θεμιστοκλής κατόρθωσε να πείσει τους συμπολίτες του να μην ενεργήσουν με ιδιοτέλεια, αλλά να δουν μακρόπνοα και να διαθέσουν τα έσοδα στη ναυπήγηση 200 τριηρών, ταχύτατων κωπήλατων πολεμικών πλοίων, ένας πρωτοφανής αριθμός για τα δεδομένα της εποχής.Πολλοι θεωρούν ότι ο Θεμιστοκλής είχε από νωρίς προβλέψει ότι ο αγώνας των Ελλήνων εναντίον των Περσών θα κρινόταν στη θάλασσα.Ωστόσο η απόφαση του Θεμιστοκλή να αναπτύξει τον αθηναϊκό στόλο είχε αντίκτυπο στα εσωτερικά της πόλης, καθώς ενίσχυε αισθητά την πολιτική κυριαρχία των κατώτερων κοινωνικών τάξεων της Αθήνας, των θητών, που επάνδρωσαν τα πλοία ως κωπηλάτες.

Το 481 π.Χ. πραγματοποιήθηκε ένα συνέδριο των ελληνικών πόλεων-κρατών, στη διάρκεια του οποίου περίπου 30 πόλεις συμφώνησαν να συμμαχήσουν εναντίον της επικείμενης περσικής εισβολής. Οι Σπαρτιάτες και οι Αθηναίοι ήταν πάνω απ' όλους στην παρούσα συμμαχία, ορκισμένοι εχθροί των Περσών. Οι Σπαρτιάτες αιτήθηκαν τη διοίκηση των δυνάμεων ξηράς και δεδομένου ότι η Αθήνα θα είχε τη διοίκηση του ελληνικού στόλου, ο Θεμιστοκλής διεκδίκησε τη διοίκηση των ναυτικών δυνάμεων. Ωστόσο, οι άλλες ναυτικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης της Κορίνθου και της Αίγινας, αρνήθηκαν να δώσουν τη διοίκηση στους Αθηναίους και ο ως συμβιβαστική λύση, οι Σπαρτιάτες επέλεξαν τον Ευρυβιάδη ως διοικητή των ναυτικών δυνάμεων.

Τον Αύγουστο του 480 π.Χ. ο περσικός στρατός πλησίαζε προς τη Θεσσαλία, ο στόλος των Συμμάχων έπλευσε προς το Αρτεμίσιο και ο στρατός βάδισε προς τις Θερμοπύλες.Όταν ο περσικός στόλος έφθασε στο Αρτεμίσιο,ο Ευρυβιάδης θέλησε να αποφύγει τη μάχη.Εκείνη τη χρονική στιγμή, ο Θεμιστοκλής φροντισε ώστε να παραμείνει ο στόλος στο Αρτεμίσιο.Η αποστολή του ελληνικού στόλου στο Αρτεμίσιο ήταν, όπως του ελληνικού στρατού στις Θερμοπύ­λες, καθαρά αμυντική. Να παρεμποδίσει, δηλαδή, τη δίοδο του περσικού στόλου από το θαλάσσιο στενό της βόρειας Εύβοιας και την είσοδο στον Μαλιακό κόλπο και στον Ευβοϊκό, ώστε να μην μπορέσει να πραγματοποιήσει αποβάσεις στα με­τόπισθεν των Θερμοπυλών και να προχωρήσει έπειτα προς τη νοτιότερη Ελλάδα.

Η κύρια αποστολή και η φύση της ναυτικής μάχης ήταν η άμυνα.H υπεροχή των Περ­σών σε αριθμό πλοίων ήταν σημαντική, αλλά όχι συντριπτική και άφηνε περιθώρια στους Ελληνες για επιθετική πρωτοβουλία. Και άσκησαν την πρωτοβουλία αυτή σε τέτοιο βαθμό, ώστε από τις τρεις συγκρούσεις που έγιναν στα νερά του Αρτεμισίου οι δύο να έχουν προέλθει από επιθετική ενέργεια του Ελληνικού στόλου. Μετά από τρεις ημέρες μάχης, οι σύμμαχοι επικράτησαν του πολύ μεγαλύτερου περσικού στόλου, αλλά υπέστησαν σημαντικές απώλειες.Επιπλέον, η απώλεια της ταυτόχρονης Μάχης των Θερμοπυλών, από προδοσία ενός λιποτάκτη, του Εφιαλτη, έκανε άσκοπη την παρουσία των συμμάχων στο Αρτεμίσιο κι έτσι οι σύμμαχοι αποσύρθηκαν.Ο Θεμιστοκλης και οι συμμαχοι ομως εκπλήρωσαν την αμυντική αποστολή τους,διατήρησαν τις δυνάμεις τους αξιόμα­χες και δεν επέτρεψαν στον αντίπαλο στόλο να εισέλθει στο στενό.Οι Ελληνες έμαθαν στην πράξη και μέσα από τον κίνδυνο ότι τίποτα δεν έχουν να φοβηθούν όσοι έχουν ικανότητες και τολμούν να μάχονται.

Με την εγκατάλειψη της θαλάσσιας περιοχής στα βόρεια της Εύβοιας από τον ελληνικό στόλο και με την κατοχή του στενού των Θερμοπυλών, άνοιξε ο δρόμος για την κατάληψη ολόκληρης της Κεντρι­κής Ελλάδας από τον περσικό στρατό και στόλο. Τα πληρώματα των πλοίων λεηλατούν την Εύβοια. Ο στρατός, έπειτα από ανάπαυση μιας μέρας, συνε­χίζει την πορεία του καταστρέφοντας στο πέρασμά του πόλεις και χωριά.Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, μέσα σε οκτώ μέρες από τη Μάχη των Θερμοπυλών, ο Ξέρξης έφτασε με το στρατό του στα σύνορα της Αττικής. Ο περσικός στρατός είναι ακόμα πιο ισχυρός, γιατί έχει ενισχυθεί από τους στρατούς των πόλεων που μήδισαν και κυρίως από το περίφημο βοιωτικό ιππικό. Η πρώτη μεγάλη σύγκρουση της μικρής Ελλάδας με την περσική στρατιωτική μηχανή τέλειωσε με το θάνατο των οπλιτών στις Θερμο­πύλες και την αμφίρροπη ναυτική σύγκρουση στο Αρτεμίσιο. Οι θυσίες, όμως, των Ελλήνων δεν θα πήγαιναν χαμένες. Είχε έρθει η ώρα της Σαλαμίνας.

Ο Θεμιστοκλής αναμφίβολα υπήρξε ένας διορατικός πολιτικός και ένας μεγαλοφυής ηγέτης που ενδυνάμωσε το δημοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας, κατέστησε την Αθήνα πρώτη ναυτική δύναμη στη Μεσόγειο και απάλλαξε την Ελλάδα από την περσική απειλή, παρότι συναντούσε συνεχώς αντιδράσεις στην εφαρμογή των σχεδίων του. Κατά τον Πλούταρχο, ο Θεμιστοκλής υπήρξε ο κύριος συντελεστής της σωτηρίας της Ελλάδας. Ο προσωπικός του θρίαμβος, η ναυμαχία της Σαλαμίνας, αποτελεί καμπή στους περσικούς πολέμους και μία από τις σπουδαιότερες ναυτικές συγκρούσεις στην ιστορία.

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Oι ιππείς των Ελληνικών κρατών κατα την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου





Oι ιππείς των Ελληνικών κρατών προέρχονταν από τις πλουσιότερες τάξεις,δηλαδή την αριστοκρατία.,ήταν υποχρεωμένοι να προμηθεύονται μόνοι τους τον οπλισμό τους.Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δύο συνήθεις Ηγεμόνες της Ελλάδος, οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες, δεν είχαν υπολογίσιμο ιππικό. Οι Σπαρτιάτες ίσως δεν μπορούσαν λόγω της ισχνής οικονομίας τους και οι δημοκρατικοί Αθηναίοι ίσως δεν ήθελαν αρχικά να αποκτήσουν αξιόλογο ιππικό λόγω της πολιτικής δυσπιστίας τους προς τους αριστοκράτες.

Μόλις μετά τη μάχη Μαραθώνα το 490 πΧ, οταν συνειδητοποίησαν την τρομακτική απειλή από την Περσική αυτοκρατορία, προχώρησαν στη δημιουργία αξιόλογων σε αριθμό ιππικών σωμάτων.Το ιππικό των Αθηναίων και κατ’ επέκταση όλων των νοτίων Ελλήνων δεν ήταν ιδιαιτέρων αξιώσεων. Ιππικά σώματα αξιώσεων διέθεταν ανέκαθεν οι Βοιωτοί, οι Θεσσαλοί και οι Μακεδόνες. Ειδικά για τους δύο τελευταίους το ιππικό αποτελούσε το ισχυρότερο όπλο κρούσεως.

Το ιππικό αντιμετώπιζε κάποιους ενδιαφέροντες επιχειρησιακούς περιορισμούς. Οι ίπποι είχαν φυσικό φόβο για κάποια άλλα ζώα, τα οποία χρησιμοποιούσε ο ένας στρατός, για να αναστατώσει το ιππικό του αντιπάλου του. Από τον Ηρόδοτο μαθαίνουμε ότι οι καμήλες προκαλούν πανικό στους ίππους, κάτι που εκμεταλλεύθηκαν οι Πέρσες, για να νικήσουν το ιππικό των Λυδών. Αντίθετα απέτυχαν να νικήσουν τους Σκύθες, των οποίων οι όνοι με τα γκαρίσματά τους τρομοκράτησαν τους περσικούς ίππους. Ο Αρριανός συμπληρώνει οτι στη μάχη με τον Πώρο της Ινδιας οι ίπποι φοβούνται και τους ελέφαντες.

Κατά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου ολα τα Ελληνικά κράτη χρησιμοποιούσαν κατά κανόνα βαρύ ιππικό. Το βαρύ ιππικό της στρατιάς του Μεγάλου Αλεξάνδρου συγκροτείται απο τμήματα κυρίως Μακεδόνων και των Θεσσαλών και δευτερευόντως των νοτίων Ελληνικών εθνών, που αναφέρονται με το γενικό όρο συμμαχικό ιππικό. Όλοι αυτοί οι ιππείς έφεραν την τυπική πανοπλία του βαρέως ιππικού. Λόγω του πολιτεύματος των Μακεδόνων, το βαρύ ιππικό τους χωριζόταν σε δύο τμήματα, στο απλό μακεδονικό και στο εταιρικό.

Συμμαχικό ιππικό
: Τα Ελληνικά έθνη, που ως σύμμαχοι συνεισέφεραν ιππικό ήταν τα Βοιωτικά ηγεμονευόμενα από τους Θηβαίους, οι Αχαιοί, άλλοι Πελοποννήσιοι  πλην Λακεδαιμονίων, οι Φθίοι, οι Λοκροί και οι Φωκείς. Φυσικά, πάνω απ’ όλους, τόσο σε αριθμό όσο και σε εμπειρία και ικανότητα, ήταν οι Θεσσαλοί, οι πιο πολλοί και ικανότεροι από τους οποίους ήταν οι Φαρσάλιοι.

Μακεδονικό ιππικό:
Στις ίλες του κατατάσσονταν οι απλοί Μακεδόνες πολίτες και ήταν το τρίτο καλύτερο τμήμα ιππικού του Μεγαλου Αλεξάνδρου μετά το εταιρικό και το θεσσαλικό. Το εταιρικό ιππικό, στο οποίο βασίσθηκε κατά κύριο λόγο ο Αλέξανδρος, με τη δράση του επισκίασε το μακεδονικό ιππικό, που μνημονεύεται για τελευταία φορά στη μάχη της Ισσού. Μάλιστα, τους 500 Μακεδόνες ιππείς, που έφτασαν ως ενισχύσεις μετά τη μάχη των Γαυγαμήλων, τους ενέταξε όλους στο εταιρικό ιππικό, ίσως τιμής ένεκεν, ίσως διότι το μακεδονικό ιππικό είχε συγχωνευθεί με το εταιρικό. Στο εταιρικό ιππικό κατατάσσονταν οι Μακεδόνες αριστοκράτες, ήταν το πιο επίλεκτο τμήμα όλου του ιππικού της στρατιάς και επικεφαλής του πολέμησε σε όλες τις μάχες ο Αλέξανδρος. Μετά τη μάχη της Ισσού το μόνο μακεδονικό ιππικό, που αναφέρεται, είναι το εταιρικό, στο οποίο φαίνεται ότι περιελήφθησαν όλοι οι Μακεδόνες ιππείς ανεξαρτήτως ευγενούς ή μη καταγωγής.



Θεοί και Θεότητες του Υγρού Στοιχείου στην Αρχαία Ελλάδα

ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ: Ο Πόντος γέννησε τον Νηρέα, που τον φανταζόταν ως τον θαλάσσιο γέροντα (γέρων άλιος που κατοικούσε σε ένα λαμπρό και φωτεινό ανάκτορο στα βαθιά νερά. Χαρακτηρίζεται από καλοσύνη , δεν ξεχνά τους νόμους της δικαιοσύνης και κάνει σκέψεις πάντα δίκαιες και αγαθές. Είναι η προσωποποίηση της καλής όψης της θάλασσας , που δεν εξαπατά τον άνθρωπο με απατηλά θέλγητρα και υποσχέσεις, , ευνοεί τις δραστηριότητες και τις περιπετειώδης αναζητήσεις του μέσα σ’ αυτήν.Στις 50 κόρες του Νηρέα, τις Νηρηίδες, έχουν αποδοθεί ονόματα που εκφράζουν τη δύναμη, την αγαθότητα , τη γαλήνη, τη λαμπρότητα του κυανού χρώματος ,τη ταχύτητα της κίνησης της θάλασσας αλλά και τα σπήλαια που σχηματίζει όπως εισέρχεται στη ξηρά , τις ακτές και τις αμμώδεις παραλίες , το παιγνίδισμα των κυμάτων και τους αρμονικούς τους ήχους.Σχετίζονται με τα αγαθά , που απορρέουν από τη θάλασσα και διευκολύνουν τον άνθρωπο στο θαλάσσιο εμπόριο. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως όταν η αύρα δημιουργεί ελαφρύ κυματισμό οι Νηρηίδες από το ανάκτορο του πατέρα τους , αναδυόταν στην επιφάνεια των κυμάτων τραγουδώντας και χορεύοντας με πλήρη αρμονία.

Ένας άλλος φιλαλήθης και αλάθητος γέροντας της θάλασσας ήταν ο Πρωτέας, που ο Ηρόδοτος όπως και ο Ευριπίδης λένε πως υπήρξε βασιλιάς στην Αίγυπτο, όμως, λατρεύτηκε ως ο ποιμένας των ζώων της θάλασσας , που κυριαρχεί ο Ποσειδώνας. Εκφράζει το φευγαλέο και ασύλληπτο κύμα που παίρνει από τις τρομακτικότερες μορφές μέχρι τις πιο γαλήνιες μέχρι να φτάσει στα παράλια. Ο Πρωτέας γνωρίζει ολόκληρη τη θάλασσα και τα πιο απρόσιτα μέρη της και μπορεί να οδηγήσει με ασφάλεια τους ναυτικούς στον προορισμό τους και εφόσον του ζητηθεί κατέχει την προφητική επιστήμη και δίνει πάντα αλάθητες οδηγίες.

Άλλος «άλιος γέρων» είναι ο Φόρκυς, γιος του Πόντου, θεός των θαλάσσιων τεράτων , που εκφράζει την ταραχή και τον έντονο κυματισμό της θάλασσας. Κατά τον Πίνδαρο, απόγονοι του είναι οι Γοργόνες. Ο Άτλαντας σχετίζεται με τους θαλάσσιους θεούς αποδίδονται σ’ αυτόν σοφία και γνώση των αβύσσων του ωκεανού, θεωρείται ο «επιμελητής» των στηλών που χωρίζουν τη γη από τον ουρανό , ενώ η θέση του ορίζει τα όρια του γνωστού κόσμου.Άλλος θαλασσινός μύθος με ποιο λαϊκό χαρακτήρα είναι αυτός του Γλαύκου, που αντιπροσωπεύει το κυανό χρώμα της ελληνικής θάλασσας.
Απελπισμένος από τα γηρατειά γκρεμίζεται στην θάλασσα και γίνεται μάντης κακών, που στο άκουσμά τους, οι ψαράδες προσεύχονται και θυμιατίζουν ώστε να αποτρέψουν τα επερχόμενα δεινά. Το σώμα του είναι γεμάτο όστρακα και φύκια και προκαλεί φόβο. Ερωτεύεται τη Σκύλλα και προσπαθεί να τη συγκινήσει με δώρα αλλά η Κίρκη τη φαρμακώνει και μεταμορφώνεται σε τέρας
που στριγκλίζει ασταμάτητα, ανάμεσα στο στενό της Σικελίας με τη Κάτω Ιταλία.

ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ:«Ο άρχοντας των υδάτων», γιος του Κρόνου και μικρότερος αδερφός του Δία διαθέτει λαμπρό ανάκτορο σε φωτεινά νερά, άρμα και κέλητες, που σύρεται από ταχύτατους χαλκοπόδαρους ίππους με χρυσή χαίτη και με αυτό οργώνει όλη τη θάλασσα. Μπορεί να συναθροίζει τα σύννεφα να σηκώνει ισχυρά κύματα και θυελλώδεις ανέμους να τιμωρεί τους ασεβείς και να εξαπολύει εναντίον τους θαλάσσια τέρατα. Εξ αιτίας της βιαιότητας του η αφρισμένη αεικίνητη θάλασσα έχει διαβρώσει τα παράλια της γης, δημιουργώντας πολύπλοκους σχηματισμούς.Οι ψαράδες βλέποντας τους σκοπέλους, τα διαβρωμένα βράχια από την ορμή της θάλασσας και τους διάσπαρτους βράχους στις παραλίες θεωρούσαν πως ήταν τα αποτυπώματα του θεού, που είχαν προκληθεί με την τρίαινα του, έμβλημα και όπλο του. Στη διεκδίκηση της Αθήνας από την Αθηνά χτυπώντας με την τρίαινα του το έδαφος, ξεπετάχτηκε ένα άλογο σύμβολο ρώμης.Οι Έλληνες στο θεό της θάλασσας και γενικότερα των νερών που ανάβλυζαν από τη γη και της έδιναν ζωή, απέδιδαν και τους σεισμούς, ως αναταράξεις των νερών, που στηρίζουν τη γη και εκδήλωναν την οργή του.

ΤΡΙΤΩΝΑΣ:Γιος του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης με κορμό ανδρικό και σώμα τερατόμορφο είναι ισχυρός, γιγάντιος και εκφράζει τους ήχους της τρικυμιώδους θάλασσας. Κρατά κοχύλι που φυσά και παράγονται από αυτό δυνατοί ήχοι.

ΣΕΙΡΗΝΕΣ: Θαλάσσια πτηνά με κεφαλή γυναίκας και σώμα πουλιού, που διακρίνονται για τη χάρη και την αρμονία τους. Θεωρούνται οι θαλάσσιες Μούσες και όπως αναφέρει η παράδοση σε διαγωνισμό με τις Μούσες νικήθηκαν από αυτές και έτσι αναγκάστηκαν να αναζητήσουν καταφύγιο στη θάλασσα. Η ήττα τους τις έκανε κακοπoιά πνεύματα, που με τα τραγούδια τους προσελκύουν σε απόκρημνες ακτές τα πλοία και βυθίζονται.

ΣΚΥΛΛΑ ΚΑΙ ΧΑΡΥΒΔΗ: Κακοποιείς θαλάσσιες δυνάμεις, που κατοικούν στον πορθμό της Σικελίας, που μέχρι σήμερα φέρει τα ονόματα τους. Προκαλούσαν τρόμο και φρίκη στους ναύτες και αντιπροσώπευαν τη μανιώδη θάλασσα που άλλοτε κομματιάζει τα πλοία χτυπώντας τα σε υφάλους ή βράχια και άλλοτε τα βυθίζει σε ισχυρές δίνες.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ:H Γοργόνα ή Γοργώ ήταν φοβερό μυθικό τέρας, κόρη της Γαίας που τη γέννησε για να βοηθήσει τους γιούς της τους Γίγαντες, στον αγώνα εναντίον των Ολύμπιων θεών. Tη σκότωσε, o Περσέας  με την βοήθεια της Αθηνάς.Το κεφάλι της, το περίφημο «Γοργόνειο», το παρέλαβε η θεά από τον ήρωα και το επέθεσε στην ασπίδα της, επειδή το κεφάλι της, ακόμη και νεκρό, πέτρωνε όποιον το κοίταζε. Στη θεογονία του Ησίοδου, εμφανίζεται ως τριάδα από τερατόμορφες αδελφές,τις Γοργόνες. Ήταν θαλάσσιοι δαίμονες με μορφή γυναίκας, η Ευρυάλη, η Σθενώ και η Μέδουσα. Κατά την παράδοση ήταν θυγατέρες του Φόρκους και της Κητούς και κατοικούσαν στην άκρη της γης, κοντά στις Εσπερίδες.Απ’ την αποκεφαλισμένη Μέδουσα, που ήταν έγκυος από τον Ποσειδώνα γεννήθηκε ο ήρωας Χρυσάορας και το φτερωτό άλογο Πήγασος.Στις απεικονίσεις σε γλυπτά, αγγεία
ή νομίσματα, οι γοργόνες, έχουν στρογγυλά μάτια, πλατιά μύτη, φίδια στο κεφάλι, μεγάλα δόντια
κάπρου, χάλκινα χέρια και χρυσές φτερούγες.Στους μέσους χρόνους οι μύθοι για τη Γοργόνα είναι συγχώνευση των θρύλων της Μέδουσας και των Σειρήνων.

Στα νεότερα χρόνια η Γοργόνα είναι το θαλάσσιο «στοιχειό» της λαϊκής παράδοσης. Έχει διττό χαρακτήρα. Είναι αγαθοποιός μα και δαίμονας της θάλασσας με όμορφο σώμα γυναίκας μέχρι την μέση και αντί για πόδια έχει μια η πολλές φορές και δύο ουρές ψαριών. Η μορφή της είναι γλυκιά και η φωνή της μελωδική. Άλλος θρύλος, θέλει τη γοργόνα αδελφή του Μ. Αλεξάνδρου και υπεύθυνη
για το θάνατο του, επειδή ήπιε ή έχυσε το «αθάνατο νερό» που είχε ο αδελφός της. Γι’ αυτό ο Μεγας Αλέξανδρος την καταράστηκε να γίνει ψάρι και να τριγυρνά στις θάλασσες.Η γοργόνα συναισθάνθηκε το σφάλμα της και όταν συναντά πλοίο στη θάλασσα το σταματά και ρωτά τους ναύτες αν ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος. Αν της απαντήσουν καταφατικά τότε γίνεται όμορφη κόρη που χάνεται στο πέλαγος, τραγουδώντας και παίζοντας τη λύρα της. Αν η απάντηση είναι αρνητική τότε προκαλεί τρικυμία χτυπώντας την ουρά της και πνίγει τους ναύτες βυθίζοντας το πλοίο.Οι παραδόσεις αυτές τροφοδότησαν τα θέματα της λαϊκής τέχνης και βρίσκουμε τη γοργόνα να στολίζει τα ακρόπρωρα των πλοίων.

ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΓΛΥΚΟΥ ΝΕΡΟΥ:Η ένωση του Ωκεανού με τη Τηθύ έφερε στη ζωή πολλά ποτάμια ,που λατρεύτηκαν στην Αρχαία Ελλάδα ως θεοί. Η λατρεία αυτή είναι κατανοητή μια
και τους ευεργετούσαν συμβάλλοντας στην ανάπτυξη της ζωής και ταυτόχρονα προκαλούσαν το θαυμασμό τους με τη συνεχή ροή του νερού τους. Απέδιδαν στους ποταμούς αγαθοεργείς, σωτήριες και εξαγνιστικές δυνάμεις. Απεικονίζονται συνήθως με σώμα ταύρου εκφράζοντας την ορμητικότητα τους και με κεφάλι ρωμαλέου άνδρα, που από το στόμα του εξέρχεται νερό και στο μέτωπο φέρει κέρατα, σύμβολο των ελιγμών και διακλαδώσεων τους, αλλά και της γονιμοποιού δύναμης τους.
Μεταξύ των ποτάμιων θεών που λατρεύτηκαν ήταν ο Ενιπέας ο ωραιότερος των ποτάμιων θεών και ο Αλφειός.Ο Αλφειός ερωτεύτηκε την Άρτεμη χωρίς ανταπόκριση και την ακόλουθό της την Αρέθουσα ,που την κυνήγησε μέχρι τις Συρακούσες. Η Αρέθουσα για να γλιτώσει έγινε πηγή και ο Αλφειός ποτάμι.Ένας άλλος πόταμος ,που λατρεύτηκε στην περιοχή μας ήταν ο Πηνειός ο λεγόμενος Μηνιος, τα νερά του οποίου χρησιμοποίησε ο Ηρακλής για να καθαρίσει τους στάβλους του Αυγεία.

ΟΙ ΝΥΜΦΕΣ:Οι Νύμφες, ήταν κόρες του Δία και σύμφωνα με την παράδοση γεννήθηκαν από τα νερά του ουρανού, που πέφτουν στη γη. Είχαν ποικίλες χάρες και θετική επίδραση στη βλάστηση, εξαγνιστικές ,θεραπευτικές και μαντικές ιδιότητες. Αποπλανούν τους ανθρώπους, όπως οι μεσαιωνικές νεράιδες με τη γοητεία και τη μαγεία τους. Οι Νύμφες που ζούσαν σε σπήλαια, σε κοιλότητες βράχων από τις οποίες ανάβλυζαν νερά ήταν οι Ναϊάδες. Υπήρχαν, όμως και Νύμφες των πηγών , που προστάτευαν τη νεότητα, τις παρθένους, τη γονιμότητα και το νερό εξασφάλιζε στους λουόμενους υγεία και μακροζωία.





Ελίκη Η Ιερή Πόλη του θεού Ποσειδώνα


Η Ελίκη ήταν πρωτεύουσα της Ιωνικής Δωδεκάπολης και λατρευτικό κέντρο όλης της Αχαΐας με επίκεντρο τον ναό του Ελικώνιου Ποσειδώνα. Το όνομα της το οφείλει στην Ελίκη, κόρη του βασιλιά Σελινούντα και γυναίκα του Ίωνα. Στα «Αχαϊκά» του Παυσανία αναφέρεται ότι υπήρχε στη πόλη ενα άγαλμα σε υπερφυσικές αναλογίες, αφιερωμένο στον θεό της θάλασσας Ποσειδώνα. Η Ελίκη είχε ιδρυθεί απο τους Ίωνες ενώ αργότερα Αχαιοί εγκαταστάθηκαν στην περιοχή.Μετά την κάθοδο των Δωριέων, στην περιοχή καταφτάνει ο μυθικός βασιλιάς της Λακεδαιμονίας και του Άργους Τισαμενός,διωγμένος από από τον βασιλιά Αριστόδημο. Στους Λακεδαιμόνιους επιτράπηκε να εγκατασταθούν στην περιοχή και στην πόλη, αλλά η συγκατοίκηση δεν κράτησε πολύ, οι δύο πλευρές ήρθαν σε πολεμική αντιπαράθεση με νικητές τους Αχαιούς .Οι Αχαιοί συνέχισαν τη λατρεία του Ποσειδώνα. Ο Ποσειδώνας ήταν ο προστάτης της πόλης και λατρευόταν από την ομηρική εποχή. Υπήρχε ένας ναός αφιερωμένος στον Ελικώνειο Ποσειδώνα.

Σύμφωνα με τον Παυσανία και τον Στράβωνα οι κάτοικοι της Ελίκης προκάλεσαν την οργή του Ποσειδώνα όταν πήραν από το Ιερό του και σκότωσαν ικέτες που είχαν καταφύγει εκεί για προστασία. Ένας τρομακτικός σεισμός κτύπησε την πόλη και την κατέστρεψε ολοσχερώς, ενώ επέζησαν μόνο όσοι έλειπαν από αυτήν. Αμέσως μετά την κτύπησε μεγάλο κύμα και η πόλη καταποντίστηκε στη θάλασσα. Μέρες πριν τον φονικό σεισμό είχαν παρατηρηθή περίεργα φαινόμενα, όπως υπερβολική ζέστη σε χειμώνα, στέρεμα των πηγών, τα ζώα να έχουν εγκαταλείψει την περιοχή και άλλα τα οποία δεν είχαν υποψιάσει τους κατοίκους. Χρόνια μετά το γεγονός ψαράδες έλεγαν ότι το άγαλμα του Ποσειδώνα έσχιζε τα δίχτυα που μπλέκονταν σε αυτό. Σύμφωνα με τον Στράβωνα, οι Αχαιοί έστειλαν 2.000 άντρες να βοηθήσουν αλλά δεν κατάφεραν να περισυλλέξουν ούτε έναν νεκρό.

Η Ελίκη έγινε ένα πολιτιστικό και θρησκευτικό κέντρο με το δικό της νόμισμα. Τα ευρήματα από την αρχαία Ελίκη περιορίζονται σε  χάλκινα νομίσματα, που στεγάζονται στο μουσείο του Βερολίνου και σε ιδιωτικές συλλογές. Στη μια όψη του νομίσματος απεικονίζεται το κεφάλι του θεού Ποσειδώνα με τα  γράμματα ΕΛΙΚ και μια τρίαινα με δελφίνια κοσμεί την άλλη όψη.
Με βάση αυτά τα διακοσμητικά θέματα οι αρχαιολόγοι τοποθετούν τα νομίσματα στον 5ο αιώνα π.Χ.  

 Ο πρώτος αρχαιολόγος που προσπάθησε να εντοπίσει τη χαμένη πόλη ήταν ο Σπυρίδων Μαρινάτος, χωρίς επιτυχία. Το 1988, ομάδα επιστημόνων, με επικεφαλής τη Δώρα Κατσωνοπούλου και τον Steven Soter, ξεκίνησαν εκ νέου την προσπάθεια εντοπισμού της Ελίκης. Στην αρχή, προχώρησαν σε υπερηχητική σάρωση της υποθαλάσσιας περιοχής ΝΔ του Αιγίου. Επειδή αυτή η σάρωση δεν έδωσε ενδείξεις ύπαρξης πόλης στο βυθό ή κάτω από αυτόν στην συγκεκριμένη περιοχή, επικέντρωσαν τις έρευνές τους στην παρακείμενη παραθαλάσσια πεδιάδα. Εκεί, το 1991, οι δοκιμαστικές τομές στο άνω τμήμα του δέλτα που σχηματίζεται από τις εκβολές των ποταμών Σελινούντα και Κερυνίτη, απέδωσαν στρώματα με κεραμική, σε βάθη έως 15 μ. Το 1994, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Πατρών, διεξήγαγαν μαγνητομετρική έρευνα της περιοχής στο μέσο του δέλτα, η οποία αποκάλυψε το περίγραμμα κτιρίου. Από αυτό το σημείο ξεκίνησαν οι ανασκαφές το 1995, οι οποίες συνεχίστηκαν μέχρι το 2005, αποκαλύπτοντας τα ίχνη της κλασσικής και ελληνιστικής πόλης της Ελίκης, ρωμαϊκό δρόμο και ρωμαϊκά και βυζαντινά κοιμητήρια. Ανακάλυψαν επίσης προϊστορική πόλη της πρώιμης εποχής του Χαλκού (2400 π.Χ.), διατηρημένη σε πολύ καλή κατάσταση.

 H Ελίκη είναι τωρα ένας θρύλος.Ο Οβίδιος (43 π.Χ.-17 μ.Χ.) στις «Μεταμορφώσεις» την απαθανατίζει γράφοντας: «Αν ζητάς τις αχαϊκές πόλεις Ελίκη και Βούρα θα τις βρεις υπό τη θάλασσα, όπου ο ναύτης δείχνει ακόμη τα καταβυθισμένα ερείπια…»

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Ο Θαλής από την Μίλητο της Μικράς Ασίας

Ο Θαλής από την Μίλητο της Μικράς Ασίας ηταν ο Εφευρέτης της Φιλοσοφίας.Γεννήθηκε γύρω στα 624 π.Χ. και πέθανε περί το 546 π.Χ. και ηταν απο τους πρώτους στοχαστες που ειχαν την περιέργεια να μαθουν ποια είναι η αρχή του κόσμου και ποιο είναι το στοιχείο εκείνο από το οποίο δημιουργήθηκαν τα πάντα.Ο Θαλής επιχείρησε να ικανοποιήσει την περιέργειά του υιοθετώντας έναν νέο τρόπο προσέγγισης διαφορετικό από την θρησκεία και την μυθολογία. Κι ο νέος αυτός τρόπος προσέγγισης των πραγμάτων, που εισηγήθηκε, είναι η φιλοσοφία, η οποία βασίζεται στην λογική και την παρατήρηση. Ακολουθώντας την φιλοσοφία, λοιπόν, ο Θαλής οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι αρχή των πάντων είναι το νερό, πράγμα που δικαιολογεί και τον ισχυρισμό του ότι η γη στηρίζεται στο νερό.


Με την επισήμανσή του αυτη σχετικά με το νερό ικανοποίησε την περιέργειά του ως προς το ποιο θα μπορούσε να είναι το στοιχείο από το οποίο δημιουργήθηκε ο κόσμος. Η περιέργεια, όμως, παρακίνησε τον Θαλή να σκεφτεί κι άλλα πράγματα, όπως ότι ο μαγνήτης έχει ψυχή και, ως εκ τούτου, μπορεί να συμπεριφέρεται όπως εμείς οι άνθρωποι. Η άποψη αυτή δεν είναι τόσο εξωπραγματική όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται, αν σκεφτούμε ότι σήμερα πολλοί επιστήμονες διατείνονται ότι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές –οι οποίοι, για την  κοινή γνώμη, όπως οι μαγνήτες, δεν μπορούν να εξισωθούν με τους ανθρώπους– διαθέτουν ψυχή και, κατ’ επέκταση, έχουν την  ικανότητα να προβαίνουν σε ανάλογες προς τις δικές μας νοητικού και συναισθηματικού χαρακτήρα ενέργειες.Ο Θαλής ανακάλυψε τον ηλεκτρισμό και ασχολήθηκε με την Γεωμετρια.

Η αφοσίωσή του στην έρευνα, ωστόσο, προκειμένου να ικανοποιήσει την περιέργειά του προκαλούσε τον περίγυρό του. Λένε πως κάποτε, καθώς, περπατώντας, κοιτούσε πάνω προς τον ουρανό για να μελετήσει τι κινήσεις των άστρων, σκόνταψε σε ένα πηγάδι και κινδύνεψε να πέσει μέσα. Μια υπηρέτρια από την  Θράκη που έτυχε να βρίσκεται εκεί τον ειρωνεύτηκε που έψαχνε να βρει τι συμβαίνει στον ουρανό ενώ δεν μπορούσε να δει τι γίνεται μπροστά στα πόδια του. Τον κορόιδευαν, επίσης,  για την φτώχεια του. Στους επικριτές του που ήταν φτωχός  και αδιαφορούσε για τα πιο προφανή πράγματα απάντησε αποστομωτικά.

Κάποια χρονιά που κανείς δεν υπολόγιζε ότι θα υπήρχε μεγάλη σοδιά ελιών, αυτός, χάρη στις αστρολογικές παρατηρήσεις του, πρόβλεψε το αντίθετο φροντίζοντας, παράλληλα, να καπαρώσει όλα τα ελαιοτριβεία της περιοχής. Όταν, λοιπόν, επιβεβαιώθηκαν οι προβλέψεις του και όλοι οι συμπολίτες του έτρεχαν σαν τρελοί να βρουν ελαιοτριβεία για να βγάλουν λάδι, αυτός, εκμεταλλευόμενος  την ανάγκη τους, τους  τα νοίκιασε σε πολύ υψηλή τιμή, γεγονός που του απέφερε πολλά χρήματα. Αν  λοιπόν οι φιλόσοφοι, θέλησε να δείξει ο Θαλής με την ενέργειά του, δεν ενδιαφέρονται για τα καθημερινά και τα προφανή και αδιαφορούν για τον πλούτο, δεν είναι γιατί είναι ανίκανοι, αλλά γιατί, απλώς, έχουν άλλο στόχο –να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του πνεύματός τους τις οποίες δημιουργεί η περιέργειά τους.

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Η Oμηρική Tελετουργία όπως αποτυπώνεται στα Eπη

Η  ομηρική  τελετουργία,  όπως  αποτυπώνεται  στα  έπη,  δεν   διαμορφώθηκε  τον  9ο  ή  τον  8ο αιώνα, αλλά  έχει  βαθιές  ρίζες στον  χρόνο, είναι  αποτέλεσμα  μιας μακροχρόνιας   λατρευτικής  και  τελετουργικής  παράδοσης  που  απευθυνόταν στους  ίδιους  ή  σε  παρόμοιους  θεούς  (για  αιώνες) και  πολλά  στοιχεία  της  οφείλονται  στην  κρητομυκηναϊκή  τελετουργία  και  λατρεία.
Ο  Όμηρος  λαμβάνει  υπόψη  του  την  σύγχρονη  λατρεία, (η  οποία  όμως  διατηρεί πολλές  επιβιώσεις  από  την  παλαιότερη  εποχή), ενώ ο  ποιητής  προσθέτει στοιχεία  που  τα άντλησε  από  την  παράδοση.Οι  τόποι  λατρείας,  οι βωμοί, τα  σπήλαια, τα  άλση είναι  τεκμηριωμένοι  χώροι  στην  μινωική και  μυκηναϊκή  λατρεία.
Οι τελετές  στις  πηγές, για την  απόθεση  της  κόμης  με  τις θυσίες  που  την συνοδεύουν, είναι  πανάρχαιες  τελετές  στους  ίδιους  χώρους, πιθανόν  με  τους  ίδιους  τρόπους,  και  παραπέμπουν  σε  παλαιότερες  εποχές.H  τυπολογία  που  καταγράψαμε  στις  θυσίες (με  σπονδές – προσευχές - χρύσωμα  των  κεράτων),  θυμίζει  αναφορές  των  πινακίδων  ή  τις  παραστάσεις  των  σφραγιστικών  δαχτυλιδιών.Το  πιο  ενδιαφέρον  στοιχείο  προέρχεται  από  τις   προσευχές, όταν  τα  ονόματα  των  θεών  συνοδεύονται  μόνιμα  από  κάποια  επίθετα  που  δηλώνουν  «ιδιότητα» ενός  θεού,  η  οποία   δεν  προέκυψε  έκτακτα  ή  τυχαία  την  εποχή  του  Ομήρου, αλλά   επιβίωσε  μέσα  από  την  λατρεία  και  τις  επαναλαμβανόμενες  φόρμες  των  προσευχών  που  έφτασαν  έτσι  μέχρι  την  νεότερη εποχή.
Ο  Αχιλλέας  θ’ αποκαλέσει  τον  ανώτατο  θεό «πελασγικό» «Δωδωναίο» έκφραση  που  δεν  επαναλαμβάνεται  ξανά,  αποδεικνύει  όμως  την  συνέχεια  μιας  λατρείας  που  έρχεται  από  πολύ  παλιά, όπως  και  οι  θεοί  της  και  κάποιες  προσφωνήσεις  τους, το  ίδιο  συμβαίνει  και  με  πολλές  τελετές  όπως  π.χ. των  αιματηρών  θυσιών, ή  των  αναίμακτων  προσφορών ….
Δεν  πρέπει  να  υποτιμούμε  την  ομηρική  μαρτυρία  επειδή τα  έπη  υπήρξαν  προφορική  ποίηση  για  αιώνες, η  μελέτη  τους  μπορεί  να  μας  μάθει  πολλά   που  η  αρχαιολογική  έρευνα  κάποτε  θα  επιβεβαιώσει

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Το παλάτι του Πριάμου και η Τροία ως Πολιτεία στην Ιλιάδα



Η Tροία στην γεωγραφική αποτύπωσή της περιγράφεται με τα επίθετα «απόκρημνη», «υψίπυλη», «ομορφοτειχισμένη», «πολυανεμισμένη» (ευάερη ), «μεγαλόπρεπη8», ώστε ο αναγνώστης ν’ αποκτά μια πρώτη εικόνα γι’ αυτή, συχνά όμως ονομάζεται και «ιερή πόλη» δημιουργώντας την αίσθηση ότι πρόκειται για πανάρχαια και σπουδαία πόλη . Στην ειδικότερη περιγραφή της η πόλη, όπως άλλωστε οι περισσότερες πολιτείες της μυκηναϊκής περιόδου, περιγράφεται να έχει ακρόπολη στο υψηλότερό της σημείο που την ονομάζουν Πέργαμο :
« από την Πέργαμο ο Πριαμίδης Πάρις
περήφανος κατέβαινε με πόδια φτερωμένα» Ζ – 511,2.


Ολόκληρη η πόλη, περιστοιχίζεται από υψηλά και δυνατά τείχη με πολλές «προβολές» ( «πύργους») και πύλες (Δαρδάνειες, Σκαιές…) . Η μεγαλόπρεπη κατασκευή των τειχών δείχνει να είναι παλαιά, αφού όπως αναφέρεται κτίστηκαν από θεούς, τον Φοίβο και τον Ποσειδώνα, στον βασιλιά Λαομέδοντα:

«Τον Λαομέδοντα εδουλεύσαμε σταλμένοι από το Δία
για χρόνο έναν με ρητόν μισθόν, στους ορισμούς του.
Και εγώ των Τρώων έχτισα τείχος πλατύ και ωραίο
ολόγυρα στην πόλη τους, απόρθητη να γίνει.»
Φ – 444,8

Οι πύλες του τείχους έχουν ονομασίες και οι πύργοι λειτουργούν ως θέσεις επίβλεψης των πολεμικών επιχειρήσεων :

«όλοι των Τρώων αρχηγοί και σύμβουλοι εκαθόνταν
στον πύργο των Σκαιών Πυλών……..»
Γ -150

Ο πύργος των Σκαιών Πυλών δίνει την δυνατότητα άμεσης παρατήρησης των Αχαιών πολεμιστών από τον βασιλιά της πόλης Πρίαμο, συνεπώς στο σημείο εκείνο τα τείχη δεν πρέπει να ήταν αρκετά ψηλά, για να είναι ευδιάκριτοι οι άνθρωποι, ενώ, όπως αναφέρει ο ποιητής, κοντά σ’ αυτές τις πύλες(τις Σκαιές), υπήρχε ένας «φράξος» ως χαρακτηριστικό σημείο :

«στις Σκαιές Πύλες έφτασε ο Έκτωρ και στον φράξο»
Ζ -237

Ο συγκεκριμένος πύργος χρησιμοποιείται και από άλλα πρόσωπα που δεν έχουν κανένα διοικητικό ρόλο π.χ. η Ανδρομάχη παρατηρεί από εκεί τις συγκρούσεις, συνεπώς μπορούμε να υποθέσουμε ότι διέθετε την καλύτερη δυνατότητα θέασης προς το πεδίο της μάχης. Μαθαίνουμε όμως ότι το τείχος διέθετε κι άλλους πολλούς πύργους, που ίσως έφεραν τις ονομασίες από τις πύλες που βρίσκονται κοντά :

«και όσες φορές με σκίρτημα προς τις Δαρδάνιες Πύλες
εχύνετο (ο Έκτωρ) να πεταχθεί στους πύργους αποκάτω
να τον βοηθήσουν άνωθεν εκείνοι με τα ακόντια
πρόφτανε (ο Αχιλλεύς) και τον έσπρωχνε κατά την πεδιάδα ….»
Χ 194-6

Η εικόνα της συνολικής περιτείχισης της πόλης πρέπει να ήταν επιβλητική, διότι, όταν ο ποιητής επιχειρεί να συνδέσει τον θανατο του Έκτορα με την άλωση της Τροίας, αναφέρει την εντυπωσιακή εικόνα της «φλεγόμενης Τροίας»:

«και εφαίνονταν σαν να έτρωγαν οι φλόγες
πατόκορφα τα υψηλά πυργώματα της Τροίας
Χ 409-410

Πρέπει όμως να υποθέσουμε ότι το τείχος απλωνόταν σε μεγάλη έκταση και είχε τις «αδυναμίες» του, τα προσβάσιμά του σημεία, για τα οποία οι Τρώες ανησυχούσαν.
Αυτά μάλιστα ήταν ορατά ακόμη και στους εχθρούς γιατί όπως πληροφορούμαστε έγιναν στόχος των επιθέσεών τους, τις οποίες αναφέρει η Ανδρομάχη στον Έκτορα :

«κι εκεί στην αγριοσυκιά τους άνδρες στήσε όπου ‘ναι
η πόλις καλοανέβατη, καλόπαρτο το τείχος
τρεις το δοκίμασαν φορές των Αχαιών οι πρώτοι»
Ζ – 433
Κατά την περιγραφή του εσωτερικού της πόλης μαθαίνουμε ότι στην ακρόπολη, υπάρχει ναός μεγαλοπρεπής της Αθηνάς («θείος ναός») :


«και συ στην πόλη ν’ ανεβείς και λέγε της μητρός μας ….
επάνω στην ακρόπολη και τον ναό το θείο ……
της γλαυκομάτας Αθηνάς με το κλειδί ν’ ανοίξει…….»
Ζ -88


Η θέση του ναού προσδιορίζεται ξανά και πιο κάτω:


« και οπόταν στην ακρόπολιν και στον ναόν εφτάσαν
η καλοπρόσωπη Θεανώ τους άνοιξε την θύραν»
Ζ - 297

Μάλιστα στην Ε-445 αναφέρεται ότι στην ακρόπολη υπήρχε και ένας άλλος ναός αφιερωμένος στον Φοίβο (Απόλλων) :

«και από το πλήθος έπαιρνε ο Απόλλων τον Αινεία
εις την αγία Πέργαμο (ακρόπολη) όπου είχε τον ναό του
και η τοξοφόρα Άρτεμη με την Λητώ στα βάθη
του ιερού τον έγιαναν……………………………….»
Ε-445-448

Στο ίδιο γεωγραφικό σημείο, στην ακρόπολη, υπήρχε το παλάτι του Πριάμου που αποτελεί ένα συγκρότημα πολυτελών κτιρίων :

«Και ως έφτασε στο μέγαρο το ωραίο του Πριάμου
με σκαλισμένες αίθουσες κτισμένο, κι ήσαν μέσα
θάλαμοι καλοσκάλιστοι μαρμάρινοι πενήντα,
όλοι κτισμένοι σύνεγγυς και αυτού μέσα εκοιμόνταν
με τες μνηστές γυναίκες τους, οι παίδες του Πριάμου
και απ’ τα’ άλλο μέρος στην αυλή, αντίκρυς, εις τ’ ανώγι
θάλαμοι καλοσκάλιστοι μαρμάρινοι εκτισθήκαν
δώδεκα σύνεγγυς αυτοί και αυτού πάλι εκοιμόνταν
με τις σεβάσμιες κόρες του οι αγαπητοί γαμβροί του…» Ζ – 243 –250

Το συγκρότημα είχε ξεχωριστά κτίσματα για το καθένα βασιλικό γόνο :

«Ο Έκτωρ προς τα δώματα κινούσε του Αλεξάνδρου
που ωραία τα ‘χε κάμει αυτός με διαλεχτούς τεχνίτες
κι ήσαν τότε εξαίσιοι στην κάρπιμην Τρωάδα,
αυλήν εις την ακρόπολη και θάλαμον και δώμα
του έκτισαν στου Έκτορος σιμά και του Πριάμου»
Ζ 313-317

Οι θάλαμοι που μνημονεύονται είναι αυτόνομα κτίσματα με όλους τους λειτουργικούς χώρους, αφού όπως πληροφορούμαστε οι διαμένοντες εκεί ασχολούνται με διάφορες εργασίες :

«η Ελένη η Αργεία κάθονταν και ολόγυρα γυναίκες
κι έφτιαναν έργα αμίμητα καθώς τις οδηγούσε» (κεντήματα)
Ζ - 324

Την Ελένη τη συναντάμε και αλλού να ασχολείται στο παλάτι με υφαντικές εργασίες :

«την ήβρε όπου ύφαινε διπλό μεγάλο υφάδι
πορφύριο κι επάνω του κεντούσε τους πολέμους
των χαλκοφόρων Αχαιών, των ιπποδάμων Τρώων….»
Ζ 125 – 127

Το παλάτι του Πριάμου διαθέτει και εφεδρικούς χώρους, όπως π.χ. τον «μυροβόλο θάλαμο» :

«στον μυροβόλο θάλαμο ωστόσο αυτός κατέβη
κέδρινον, υψηλοσκέπαστο, που είχε κειμήλια πλήθος»
Ω 191

Όμως και η ίδια η Τροία, ως πολιτεία(εσωτερικά), περιγράφεται επίσης και αυτή :

«και ως τ’ άκουσε ο Έκτορας πετάχθη από το δώμα
πάλι στους δρόμους τους λαμπρούς πουχε περάσει πρώτα
κι έφθασε, την πολύχωρη περνώντας πολιτεία στες Πύλες
τες Σκαιές…» Ζ- 390

Μια ανάλογη διέλευση της πολιτείας έχουμε και από τον βασιλιά Πρίαμο, ο οποίος αφού ζέψει την άμαξα στα «υψηλά δώματα», δηλαδή στους βασιλικούς στάβλους, για να μεταφέρει τα λύτρα, κατόπιν κατεβαίνει με το αμάξι, τα άλογά του και μαζί όλους τους συγγενείς του, διασχίζοντας την πόλη .
Η κατάβαση με άρμα και πολλούς συνοδούς δηλώνει ότι υπήρχαν ευρύχωροι δρόμοι, οι οποίοι συνέδεαν την πόλη με την ακρόπολη και κυρίως με το παλάτι . Κάποιος από αυτούς τους δρόμους, πιθανότατα ο πιο κεντρικός, είχε αφετηρία το παλάτι και στη συνέχεια αφού διέσχιζε όλη την πόλη, έφτανε στην πύλη των τειχών και από εκεί συνέχιζε χαμηλά μέσα στην πεδιάδα (απ’ εκεί οι ακόλουθοί του Πριάμου μετά γυρίζουν πίσω).

Το ίδιο δρομολόγιο γίνεται ανάστροφα όταν ο Πρίαμος επιστρέφει με την άμαξα φορτωμένη τη σορό του Έκτορα, για να την οδηγήσει στα ανάκτορα . Συνεπώς η πόλη είναι καλοτειχισμένη με υψηλούς πύργους και πύλες, εσωτερικά είναι ευρύχωρη, με μεγάλους δρόμους, ενώ στο υψηλότερό της σημείο, την ακρόπολη, έχει δύο ναούς και λαμπρά βασιλικά ανάκτορα με πολλά δωμάτια .

  Από τον Καθηγητή Αδάμη Ευθύμιο

Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

Όλες οι πόλεις τις οποίες έχτισε ο Μέγας Αλέξανδρος

Όλες οι πόλεις τις οποίες έχτισε ο Αλέξανδρος αποτελούσαν μέρος στρατηγικού σχεδίου, που στόχο είχε την ανάμειξη του πληθυσμού και τον εξελληνισμό των κατακτημένων περιοχών. Εκτός από την ίδρυση αυτών των πόλεων, μια σειρά από οχυρώσεις και άλλου είδους έργα κατασκευάστηκαν με σκοπό να υποβοηθήσουν την αύξηση της παραγωγής, τη δημιουργία χερσαίων και υδάτινων εμπορικών δρόμων, και τη διατήρηση της ηρεμίας στις κατακτημένες περιοχές. Η πρώτη Αλεξάνδρεια που ιδρύθηκε, και συγχρόνως η πιο φημισμένη από όλες, ήταν η Αλεξάνδρεια η εν Αιγύπτω ( 331 π.Χ.). Ο Αλέξανδρος αντιλήφθηκε την αναγκαιότητα για την ίδρυση μιας πόλης στο Δέλτα του Νείλου που θα έδινε στις μεσόγειες πόλεις της Αιγύπτου μια διέξοδο στη θάλασσα, με πρόσθετο σκοπό η καινούργια πόλη να αντικαταστήσει στην οικονομική ζώνη της ανατολικής Μεσογείου την Τύρο της Φοινίκης.Ο Αλέξανδρος επέλεξε ο ίδιος το σημείο στο οποίο θα χτιζόταν η πόλη, ενώ επέβλεψε και τη σχεδίαση της. Η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπως ακριβώς την οραματίστηκε ο Αλέξανδρος, εξελίχτηκε σε σημαντικότατο λιμάνι και μεγάλο εμπορικό σταθμό, ενώ σύντομα αναδείχθηκε σε λίκνο του ελληνικού πολιτισμού.

Στα χρόνια του Αλέξανδρου αλλά και λίγο αργότερα εμφανίστηκαν και άλλες πόλεις με το όνομα Αλεξάνδρεια. Οι ιστορικές πηγές της εποχής είναι πολύ φτωχές σε πληροφορίες γι’ αυτές τις πόλεις. Τα περισσότερα στοιχεία τα αντλούμε από μεταγενέστερους συγγραφείς, περιηγητές, ιστορικούς και γεωγράφους, που όμως δεν συμφωνούν ούτε ως προς τον αριθμό των πόλεων ούτε ως προς τη θέση στην οποία κατασκευάστηκαν, και σε ορισμένες περιπτώσεις ούτε ως προς την ύπαρξη τους. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι πληροφορίες για τις πόλεις συμφύρονται με μύθους και ιστορίες των λαών της Ανατολής. Το πιθανότερο, πάντως, είναι ότι ο Αλέξανδρος δεν ίδρυσε καμία άλλη Αλεξάνδρεια πριν από τη μάχη στα Γαυγάμηλα, το 331 π.Χ.

Ακολουθεί μια παρουσίαση των πόλεων για τις οποίες υπάρχει κάποια ιστορική και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αρχαιολογική τεκμηρίωση σχετικά με την ύπαρξή τους. Στη συνέχεια παραθέτουμε τις πόλεις με το όνομα Αλεξάνδρεια, που είτε ιδρύθηκαν μετά το θάνατο του μεγάλου στρατηλάτη είτε οι σχετικές με την ύπαρξη τους πληροφορίες ελέγχονται ως μάλλον ανακριβείς.

1. Αλεξάνδρεια η εν Αρείοις
Ιδρύθηκε στη διάρκεια του έτους 330 π.Χ., όταν ο Αλέξανδρος εισέδυσε στην περσική σατραπεία Αρεία ή Αρία ( σημερινό Αφγανιστάν). Βρισκόταν κοντά στην πρωτεύουσα της επαρχίας, Αρτακόανα, που ταυτίζεται με τη σημερινή πόλη Χεράτ. Πιθανολογείται πως ερείπια της βρίσκονται κάτω από τη μεσαιωνική ακρόπολη της σύγχρονης πόλης.
 2. Αλεξάνδρεια η Προφθασία
Ιδρύθηκε το 330 π.Χ. στη Δραγγιανή, νότια της Φράδα ( σημερινό Φαράχ του Αφγανιστάν). Τοποθετείται βόρεια του ποταμού Ετύμανδρου (σημερινός Χέλμαντ). Η ίδρυση της δεν είναι επαρκώς στοιχειοθετημένη.
 3. Αλεξάνδρεια η εν Αραχωσία
Ο Αλέξανδρος από την Αρεία κινήθηκε προς τη Δραγγιανή ( περιοχή ανάμεσα στο σημερινό Ιράν και Αφγανιστάν) και στη συνέχεια έφτασε στην Αραχωσία, πλησιάζοντας προς τους πρόποδες του Ινδικού Καυκάσου (Χίντου Κους). Εκεί ίδρυσε την Αλεξάνδρεια στην Αραχωσία, το χειμώνα του 330-329 π.Χ. Ο Αρριανός δεν αναφέρει πουθενά στοιχεία για την ακριβή τοποθεσία της πόλης και τον τρόπο εποικισμού της. Πολλοί ερευνητές την ταυτίζουν με τη σημερινή πόλη του Αφγανιστάν Κανταχάρ.
 4. Αλεξάνδρεια η Εσχάτη ή παρά τον Ιαξάρτην
Αφού ο Αλέξανδρος διέσχισε την οροσειρά του Ινδικού Καυκάσου, έφτασε στη Σογδιανή και στην πόλη Μαρακάντα ( σημερινή Σαμαρκάνδη του Ουζμπεκιστάν). Από εκεί συνέχισε βορειοανατολικά και, όταν έφτασε στον Ιαξάρτη ποταμό, αμυντικοί λόγοι τον ανάγκασαν να ιδρύσει μια πόλη, το 329 π.Χ., την οποία εποίκισε με ντόπιους και Έλληνες μισθοφόρους που είχε μαζί του. Είναι πολύ πιθανό μετά το θάνατό του η πόλη να άλλαξε όνομα από τον επόμενο κυρίαρχο της, τον Σέλευκο το Νικάτορα. Η πόλη βρίσκεται πολύ κοντά στην πόλη του Τατζικιστάν Χουντζάντ (πρώην Λενιμπάντ).
 5. Αλεξάνδρεια η επί του Καυκάσου
Το καλοκαίρι του 327 π.Χ. ο Αλέξανδρος έφυγε από τη Σογδιανή και εισήλθε στη Βακτριανή , κινούμενος προς νότο, και στην Ινδία. Στην περιοχή των Παροπαμισάδων ίδρυσε μια νέα Αλεξάνδρεια, την επί Καυκάσου. Την εποίκισε με ντόπιους κατοίκους και βοηθητικό στρατιωτικό προσωπικό. Η πόλη βρίσκεται πολύ κοντά στη σημερινή πόλη Μπαγκράμ του Αφγανιστάν.
 6 και 7. Αλεξάνδρεια Νίκαια και Αλεξάνδρεια Βουκέφαλος
Μετά τη νίκη του στον ποταμό Υδάσπη ( σημερινός Γχέλουμ στο Πακιστάν, παραπόταμος του Ινδού), το καλοκαίρι του 326 π.Χ., ο Αλέξανδρος ίδρυσε δύο νέες πόλεις, μία στην αριστερή όχθη του ποταμού, τη Νίκαια, και μία στη δεξιά, τη Βουκέφαλο(σημερινό Γχέλουμ). Την επίβλεψη της ανέγερσης των δύο αυτών πόλεων την είχε ο Κρατερός. Οι δύο πόλεις λόγω των μουσώνων χρειάστηκαν γρήγορες επισκευές.
 8. Αλεξάνδρεια η παρά τον Ακεσίνην ποταμόν ή παρά τον Ινδόν
Γνωρίζουμε ότι ο Αλέξανδρος ίδρυσε, το 325 π.Χ., μια πόλη κοντά στον ποταμό Ακεσίνη (σημερινός Χενάμπ του Πακιστάν). Την επίβλεψη της ανέγερσης είχε ο Ηφαιστίωνας. Δεν γνωρίζουμε όμως το όνομα που της δόθηκε. Ο Αλέξανδρος εγκατέστησε στην πόλη κυρίως ντόπιους, αλλά και αρκετούς μισθοφόρους που δεν επιθυμούσαν να συνεχίσουν. Ίσως τελικά η πόλη αυτή να ταυτίζεται με εκείνη που αναφέρει ο Διόδωρος και όχι ο Αρριανός, η οποία χτίστηκε στη συμβολή του ποταμού Ακεσίνη με τον Ινδό και είχε 10.000 κατοίκους. Την πόλη αυτή μερικοί την ταυτίζουν με την σημερινή πόλη Ουτς Σαρίφ του Πακιστάν.
 8. Αλεξάνδρεια η Ωπιανή
Ο Αλέξανδρος ανέθεσε, το 326/325 π.Χ. στον Κρατερό να οχυρώσει την πρωτεύουσα των Μουσικανών. Στη συνέχεια τοποθέτησε φρουρά και μετονόμασε(;) την πόλη σε Αλεξάνδρεια.
 9. Αλεξάνδρεια Ραμπάκια
Την άνοιξη του 325 π.Χ. εισέβαλε στη χώρα των Ωρειτών. Εκεί ανακατασκεύασε την πρωτεύουσά τους, Ραμπάκια. Την επίβλεψη μάλιστα του έργου την ανέθεσε στον Ηφαιστίωνα και μετονόμασε την πόλη σε Αλεξάνδρεια. Σήμερα η περιοχή ονομάζεται Μπέλα και βρίσκεται στο Μπαλουχιστάν.
 10. Αλεξάνδρεια η εν Καρμανία
Ιδρύθηκε το 325 π.Χ. και τοποθετείται στο σημερινό Ιράν, στην περιφέρεια Κερμάν.
 11. Αλεξάνδρεια η εν Σουσιανή
Για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της άρδρευσης τω περιοχών κοντά στον ποταμό Ευφράτη και των ελών της αραβικής περιοχής, έχτισε ανάμεσα στις εκβολές του Ευφράτη και του Τίγρη , το 324 π.Χ., την τελευταία Αλεξάνδρεια. Αργότερα μετονομάστηκε σε Σελεύκεια η προς Ελαιώ, πόλη που παρέμεινε στο προσκήνιο μέχρι την εποχή των Σασσανιδών.
Εκτός από τις παραπάνω πόλεις υπάρχει μια πλειάδα άλλων πόλεων με το όνομα Αλεξάνδρεια, των οποίων η ύπαρξη δεν τεκμηριώνεται επαρκώς ή οι πληροφορίες για αυτές είναι συγκεχυμένες. Μερικές από τις πιο γνωστές ήταν οι ακόλουθες:
  • Αλεξάνδρεια στη Μακεδονία ή στη Θράκη ( η κατά Μέλανα κόλπο). Αναφέρεται ότι την έχτισε ο Αλέξανδρος το 342 π.Χ., χωρίς όμως να υπάρχει καμία απόδειξη γι’αυτό. Αν δεν πρόκειται για μια αντανάκλαση της ίδρυσης των Φιλίππων, πιθανόν να είναι η πόλη που αναφέρει ο Πλούταρχος ότι ίδρυσε ο Αλέξανδρος στη Θράκη με το όνομα Αλεξανδρούπολη( καμία σχέση με τη σημερινή πόλη).

  •  Αλεξάνδρεια η εν Γρανικώ – Αλεξάνδρεια η Τρωάς.
  •   Αλεξάνδρεια η παρά την Ισσόν ή της Κιλικίας. Η πόλη αυτή μας είναι γνωστή από τον Στράβωνα. Πιθανόν να πρόκειται για μετονομασία πόλης ή για πόλη που ξαναχτίστηκε στους ελληνιστικούς χρόνους για να θυμίζει τη μεγάλη μάχη. Σήμερα είναι γνωστή με το όνομα Αλεξανδρέττα ή Ισκεντερούν.
  • Αλεξάνδρεια η επί του Ώξου ή Ωξειανή. Χτίστηκε στη συμβολή του ποταμού Ώξου και του ποταμού Κόκχα. Ίσως ταυτίζεται με τη σημερινή πόλη του Ουζμπεκιστάν Καρσί.
Τέλος, οι παρακάτω πόλεις δεν είναι σίγουρο ότι κάποτε ονομάζονταν «Αλεξάνδρεια». Πρόκειται για πόλεις οι οποίες στους ελληνιστικούς χρόνους ονομάζονταν είτε «Αντιόχεια» είτε «Σελεύκεια» :
  • Αλεξάνδρεια η Μαργιανή (σημερινό Τουρκμενιστάν). Ιδρύθηκε μάλλον από τους Σελευκίδες με το όνομα Αντιόχεια.
  • Αλεξάνδρεια η προς Πέρσας. Ίσως είναι η Αντιόχεια της Περσίδος. Υπήρχε σίγουρα πριν από το τέλος του 3ου αιώνα π.Χ. κοντά στο σημερινό Μπουσίρ.
  • Αλεξάνδρεια επί του ποταμού Τίγρη. Έχει ταυτοποιηθεί με τη Σελεύκεια του ποταμού Τίγρη. Ιδρύθηκε σίγουρα από τους Σελευκίδες.
  •  Αλεξάνδρεια η εν Σκύθαις. Ιδρύθηκε κοντά στον ποταμό Ιαξάρτη, πιθανόν ανάμεσα στο 290 και το 280 π.Χ.
  • Αλεξάνδρεια της Μεσοποταμίας.
  • Αλεξάνδρεια η προς Λάτμον.